Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ - Η ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ - Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΙΕΡΑ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ - Η ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΠΕΡΙ ΑΚΥΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ...... 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Α.Δ ΔΕΛΗΜΠΑΣΗ "ΠΑΣΧΑ ΚΥΡΙΟΥ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ - ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ " ΑΘΗΝΑΙ 1985 - Σελ 808 -815
  
"Ενστασις καί ενωσις έν τη έκκλησιολογία τών Πατέρων 


Μεταξύ έορτολογικής καινοτομίας καί κακοδοξίας περί άκύρων Μυστηρίων, ίσταται ή άκαινοτόμητος καί ορθόδοξος οδός του Κυρίου τής ’Εκκλησίας Ίησου Χρίστου. Αύτη δεικνύεται εις τούς άνθρώπους προς σωτηρίαν διά τών 'Αγίων τής Μιας 'Αγίας Καθολικής (’Ορθοδόξου) καί Άποστολικής Εκκλησίας. 
’Ανευρίσκεται δε εις τήν διδαχήν τών άγιων Πατέρων, οιτινες είναι οί άσφαλείς διδάσκαλοι καί οδηγοί τής έν Χριστώ σωτηρίας πάντοτε, μάλιστα δε εις τούς έσχατους τούτους καιρούς τής άντιχρίστου άποστασίας. «Ούδέν γάρ» έστιν, «ο μή είρήκασιν (έχουσιν εΐπει) οί Πατέρες» 6156. Κατωτέρω έκτίθενται αί κατά τούς Πατέρας έκκλησιολογικαί θέσεις Ιεράρχου τής ορθοδόξου ένστάσεως, ώς αύται έδημοσιεύθησαν προσφάτως. 

«Έ κ κ λ η σ ί α καί α ί ρ ε σ ι ς. Πιστεύομεν εις «Μίαν 'Αγίαν Καθολικήν καί Άποστολικήν Εκκλησίαν» 6157. «Μία» είναι «ή ’Εκκλησία, έν ούρανοίς, ή αυτή καί έπί γής» 6158, «καν έκ διαφόρων τόπων προσαγορεύηται (όνομάζηται)» 6159, ώς π.χ. Εκκλησία «τής Γαλατίας»6160, «έν Έφέσω» Εκκλησία 6161, έν Έλλάδι Εκκλησία. «Είς» είναι ό «Κύριος» τής ’Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χρίστος. «Μία» είναι ή «πίστις» τής Εκκλησίας, ή Όρδοδοξία των θεοπνεύστων ’Αποστόλων, των 'Αγίων Οικουμενικών Συνόδων καί τών δεοφόρων Πατέρων. «Έν» είναι το σωτήριον «Βάπτισμα» 6162, το ορθόδοξον Βάπτισμα «εις το όνομα του Πατρός καί τού Υιου καί του 'Αγίου πνεύματος» 6163



Ή καθ’ ολου Όρδόδοξος Εκκλησία είναι αλάθητος καί αήττητος. «Καί πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» 6164, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Οί Χριστιανοί, όμως, καί αί κατά τόπους Έκκλησίαι είναι δυνατόν να ήττηθούν έν πίστει. Δηλαδή, είναι δυνατόν να νοσήσουν πνευματικώς καί να ΐδη τις «νόσημα έν τώ σώματι τής Εκκλησίας «πεφυτευμένον», ως λεγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσοστομος 6165. Να διαιρεθούν οί Χριστιανοί καί να έμφανισθούν εις τάς Εκκλησίας «σχίσματα», ως γράφει ό ’Απόστολος Παύλος προς Κορινθίους 6166. Είναι δυνατόν αί τοπικαί Έκκλησίαι να καταπέσουν εις την αίρεσιν, όπως συνέβη μέ την πάλαι ποτέ Όρδόδοξον Δυτικήν Εκκλησίαν, ή οποία κατέρρευσεν εις τάς μεγάλας αιρέσεις τού Παπισμού καί τού Προτεσταντισμού, τελευταίως δε καί εις την παναίρεσιν τού Οίκουμενισμοΰ. 

Αί πνευματικαί νόσοι έν τή Εκκλησία θεραπεύονται, ή διά μετάνοιας, ή διά κρίσεως. Μέχρι τής άποβολής τού αιρετικού, τού σχισματικού καί τού άμαρτάνοντος, εϊτε παρά τής Εκκλησίας, εΐτε παρά Κυρίου, προφανώς, ή γνώμη τού πιστού δεν δύναται νά άντικαταστήση την καταδικαστικήν άπόφασιν τής Εκκλησίας καί τού Κυρίου Αύτής Ιησού Χριστού, έστω καί αν ή άκριτος κατάστασις παραταθή μέχρι τής δευτέρας παρουσίας. Ώς γνωστόν ή Εκκλησία «ώμοιώδη» έν τή Γραφή προς άγρόν έχοντα «σίτον» καί «ζιζάνια» 6167, συμφώνως προς την θείαν καί έκκλησιαστικήν οικονομίαν. 

Νοσούντα μέλη τής Εκκλησίας νοούνται οί πλανώμενοι μεν περί την όρδόδοξον πίστιν καί άμαρτάνοντες, μη κριθέντες δε είσέτι έκκλησιαστικώς. Τών άκριτων τούτων μελών τά Μυστήρια, κατά την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον, είναι ισχυρά, καθ’ ότι ταύτα, ώς π.χ. ή «χειροτονία» «έκ τού Θεού έστιν», 'οπως είπεν ο πρόεδρος ταυτης άγιος Ταρασιος 6168. Αντιθέτως, αι τυχόν ποιναί τών κηρυττόντων αίρεσιν κατά τών Όρδοδόξων ένισταμένων είναι έκκλησιαστικώς άκυροι καί άνυπόστατοι, «άφ’ ού τοιαύτα κηρύττειν ήρξαντο», ώς γράφει ο άγιος Κελεστίνος Ρώμης καί έδέχδη ή Γ' Οικουμενική Σύνοδος 6169. Δηλαδή, άπό τής στιγμής πού ούτοι ήρχισαν νά κηρύττουν αιρετικά.

 Έ ν ι σ τ ά μ ε ν ο ι  και  έ ν ω σ ι ς. Οί ’Ορθόδοξοι Χριστιανοί έχουν εύαγγελικόν και κανονικόν δικαίωμα νά άποτειχισθούν, δηλαδή νά διακόψουν την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν καί το μνημόσυνον του Επισκόπου, οστις κηρύσσει «αϊρεσιν» «δημοσία» «καί γυμνή τή κεφαλή επ’ Εκκλησίας» 6170, ή κατηγορείται, ότι σφάλλει άμετανοήτως «έν εύσεβεία καί δικαιοσύνη», ώς λέγει ό ΛΑ' Άποστολικός Κανών 6171. Δηλαδή, όταν πράττη «παρά το καθήκον καί δίκαιον», όπως ερμηνεύει ο κανονολόγος Ζωναράς 6172. Εάν ό Επίσκοπος καί ό Κληρικός, λέγει ό άγιος ’Ιωάννης ό Χρυσόστομος, είναι «πονηρός» «πίστεως ένεκεν, φεύγε αύτόν καί παραίτησαι, μη μόνον αν άνθρωπος ή (είναι), άλλά καν άγγελος εξ ούρανοΰ κατιών (κατελθών) » 6173

Οί κανονικώς άποτειχιζόμενοι 'Ορθόδοξοι, συμφώνως. προς τούς Ιερούς Κανόνας, δεν ύπόκεινται «τή κανονική έπιτιμήσει», ήτοι δεν τιμωρούνται κανονικώς, άλλά είναι άξιοι καί έκκλησιαστικής «τιμής», «πρεπούσης» «τοις Όρθοδόξοις (εις τούς ’Ορθοδόξους)». Ούτοι τιμώνται ώς άξιοι ’Ορθόδοξοι, διότι «ου σχίσματι την ένωσιν τής Εκκλησίας κατέτεμον, άλλά», τούναντίον, άπό «σχισμάτων καί μερισμών την ’Εκκλησίαν έσπούδασαν ρύσασθαι (νά σώσουν)» 6174. Δηλαδή, όχι «σχίσμα κατά τής Έκλησίας έποίησαν, άλλά μάλλον» άπό «σχισμάτων την Εκκλησίαν άπήλλαξαν, οσον το έπ’ αύτοίς», ήτοι όσον έξαρτάται άπό αύτούς, έρμηνεύει πάλιν ό Ζωναράς 6175. Ό κηρύττων αίρεσιν καί είσάγων εις την ’Εκκλησίαν καινοτομίαν διαιρεί την ’Εκκλησίαν καί καταλύει την ένότητα ή ένωσιν ταύτης. Ό ένιστάμενος κατ’ αύτου ή άποτειχιζόμενος σπουδάζει νά σώση την ένωσιν ή ένότητα τής Εκκλησίας. Σκοπός τής ένστάσεως καί άποτειχίσεως είναι ή κατα- πολέμησις τής αίρέσεως, ή ύπεράσπισις τής ορθοδόξου πίστεως καί ή διάσωσις τής ένότητος τής ’Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτοι τής Όρθοδοξίας. 

Ή οίκουμενιστική διαίρεσις τής Εκκλησίας. Ή έν Έλλάδι Εκκλησία είναι σήμερον, δυστυχώς, διηρημένη καί άσθενουσα. Το έτος 1924 σκοτειναί δυνάμεις την διήρεσαν διά τής έορτολογικής καινοτομίας τών δέκα τριών ημερών. Ή καινοτομία αΰτη ομοιάζει προς την καινοτομίαν τής αίρέσεως τής Είκονομαχίας. Ή είκονομαχική αιρεσις ένεφανίσθη ώς κατάργησις των ιερών εικόνων. Δεν «άνεφέρετο» όμως «μόνον εις την προσκύνησήν των εικόνων, άλλ ήτο εύρυτέρα θρησκευτική και εκκλησιαστική μεταρρύθμισις» (812). Ήτο, άληΘώς, «μεταστοιχείωσις τών άπάντων άύεωτάτη», ώς τήν χαρακτηρίζει ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης 6176. Και ή σημερινή έορτολογική καινοτομία παρουσιάζεται ώς άθώα δήθεν χρονική άλλαγή. Καί όμως, αυτή είναι έκδήλωσις και άφετηρία τής αίρέσεως του Οίκουμενισμού. Δεν είναι άπλώς εύρυτέρα θρησκευτική καί εκκλησιαστική μεταρρύθμισις, άλλα οίκουμενιστική καινοτομία, μέχρις άφομοιώσεώς τής ’Ορθοδοξίας υπό των αιρέσεων καί υποταγής των ’Ορθοδόξων εις τον άντίχριστον αίρεσιάρχην Πάπαν. Είναι, όντως «άνατροπή τού παντός μέχρι του ’Αντίχριστου» 6177, όπως γράφει πάλιν ό αύτός άγιος διά τήν μοιχειανικήν αί'ρεσιν, ή οποία καταλύει τον νόμον του Θεού, όπως καί ή παναίρεσις τού Οίκουμενισμοϋ. 

Διά τής έορτολογικής καινοτομίας, οί ’Ορθόδοξοι διηρέθησαν εις δύο. Εις νοσοϋντας εν πίστει καί ύγιαίνοντας. Εις καινοτόμους καί ένισταμένους. Εις οπαδούς τής καινοτομίας, εν έπιγνώσει ή εν άγνοια, καί εις ένισταμένους καί άποτειχιζομένους κατά τής αίρέσεως καί υπέρ τής ’Ορθοδοξίας. Δηλαδή εις άγωνιζομένους προς ένωσιν «των διεστώτων», όπως ονομάζει τούς ούτω διηρημένους ή Ζ' Οικουμενική Σύνοδος 6178, δι’ ορθοδόξου ένώσεως τής Εκκλησίας. 

Οί οπαδοί τής έορτολογικής καινοτομίας τού 1924 δεν έκρίθησαν είσέτι είδικώς καί πανορθοδόξως, ώς προβλέπεται παρά τής ’Ορθοδοξίας. 'Όπως γράφει ό άγιος Νικόδημος ό 'Αγιορείτης, ο άθετήσας τά νόμιμα θεωρείται κατακεκριμένος, έφ’ όσον κριθή υπό «τού β' προσώπου, ήτοι τής Συνόδου» 6179

Οί καινοτομήσαντες άπό τού 1924 κείνται υπό κρίσιν καί πρόκειται νά κριθοΰν, βάσει των Ί. Συνόδων, Τοπικών καί Οικουμενικών, καί τών αγίων Πατέρων, μάλιστα δε τών εκκλησιαστικών αποφάσεων τού ΙΣΤ' αίώνος κατά τών τότε παπικών προτάσεων περί έορτολογικής καινοτομίας. Διά τούτο οί άποτειχιζόμενοι εκ τούτων τών καινοτόμων διακόπτουν τήν κοινωνίαν «προ συνοδικής διαγνώσεως» αύτών, όπως γράφεται εις τον ΙΕ' Κανόνα τής Πρωτοδευτέρας Συνόδου 6180. Δηλαδή οί καινοτόμοι ούτοι είναι είσέτι άκριτοι. Συνεπώς τά Μυστήρια αύτών είναι ισχυρά, αί τυχόν έπιβαλλόμεναι παρ’ αυτών ποιναί κατά των ένισταμένων άκυροι καί άνυπόστατοι, ή δέ μετάνοιά των καί ή άποκατάστασίς των έίς την ’Ορθοδοξίαν εύκολος, εάν θελήσουν την μακαρίαν επιστροφήν

Μετάνοια καί επιστροφή. Παν καινοτόμον μέλος τής διηρημένης έν Έλλάδι Εκκλησίας δύναται. νά μετατραπή είς ένιστάμενον κατά τής οίκουμενιστικής καινοτομίας. Τούτο είναι δυνατόν νά πραγματοποίησή διά μετάνοιας, όπως έγίνετο πάντοτε εις την ’Ορθοδοξίαν. Εις την Δ' Οικουμενικήν Σύνοδον, κατά τάς εργασίας αύτής, επίσκοποι ταύτης έβόησαν: «πάντες ήμάρτομεν, πάντες συγγνώμην αίτουμεν». «Καί άναστάς ο εύλαβέστατος έπίσκοπος Ίουβενάλιος άμα αύτοίς (μαζί με αυτούς), μετήλθεν εις το άλλο μέρος», ήτοι των ’Ορθοδόξων. «Καί άνεβόησαν οί άνατολικοί καί οί συν αύτοίς ευλαβέστατοι επίσκοποι...ο Θεός καλώς ήνεγκέ σε (σε έφερεν), ’Ορθόδοξε, καλώς ήλθες» 6181. Δηλαδή έγένοντο δεκτοί διά μετάνοιας καί προσχωρήσεως εις τούς ’Ορθοδόξους. Παρόμοιον τρόπον επιστροφής βλέπομεν καί εις τήν ΣΤ' Οικουμενικήν Σύνοδον. 

Ό πρόεδρος τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου άγιος Ταράσιος είπεν, ότι «οί πλείους (οί περισσότεροι)» τών άγιων Πατέρων τής ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου υπό αιρετικών «έκεχειροτόνηντο (είχον χειροτόνηθή)», μάλιστα «τών καθηγητών (αρχηγών) τής αίρέσεως τών μονοσελητών» 6182. Δηλαδή ένετάχσησαν εις τήν Όρθοδοξίαν διά προσχωρήσεως.

Προσέτι επιστροφή εις τήν Όρθοδοξίαν έγένετο καί διά ρητής άποκηρύξεως τής αίρέσεως. Ό άγιος Μελέτιος ’Αντιόχειας έχειροτονήθη υπό αιρετικών ακρίτων είσέτι καί διά τούτο λεγομένων «καινών αιρετικών» 6183. Επειδή ομως κατά τον ένθρονιστήριον λόγον του ύπεστήριξε τήν Όρθοδοξίαν, ήγήθη τών Όρθοδόξων τής ’Αντιόχειας καί κατόπιν έγινε πρόεδρος τής Β' Οικουμενικής Συνόδου. Δηλαδή έγένετο δεκτός υπό τών Όρθοδόξων δι’ ομολογίας καί κηρύξεως τής Ορθοδόξου πίστεως. Τοιουτον συνέβη καί άργότερον. Ή Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος έπεκαλέσθη καί σχετικόν άπόσπασμα «εκ του βίου τού οσίου πα- τρος ημών Σάββα». Εις αύτό άναφέρεται, οτι οί κορυφαίοι τών Μοναχών άγιος Σάββας καί άγιος Θεοδόσιος μετά τών ύπ’ αύτούς Μοναχών έκοινώνησαν προς τον ’Αρχιεπίσκοπον 'Ιεροσολύμων Ίωάννην Γ', οστις είχε συμφρονήσει μετά τού αίρεσιάρχου Σεβήρου, κατόπιν προφορικής ύπ’ αύτοΰ άποκηρύξεως τής αίρέσεως 6184. Εις δέ τήν Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον ο έξαρχος τής αίρέσεως τής Είκονομαχίας Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας έγένετο δεκτός εις την Σύνοδον ώς μέλος ταύτης, δι’ έξετάσεως του φρονήματος καί λιβέλλου, ήτοι εγγράφου άποκηρύξεως τής μεγάλης ταύτης αίρέσεως 6185

Ή ορθόδοξος λοιπόν παράδοσις των 'Αγίων Οικουμενικών Συνοδών καί των Αγίων Πατέρων τής Ορθοδόξου Εκκλησίας επιβάλλει, όπως τα άσθενοΰντα εν πίστει μέλη τής διηρημένης εν Έλλάδι Εκκλησίας γίνωνται δεκτά με ένα εκ των άνωτέρω τρόπων μετάνοιας καί επιστροφής των εις την τάξιν τής ’Ορθοδοξίας. Διότι καί ταυτα δεν είναι κεκριμένοι σχισματικοί ή αιρετικοί Χριστιανοί, άλλα ακρίτα είσέτι μέλη τής Εκκλησίας. Ή δε οικονομία τής εύλογημένης ταύτης μετάνοιας καί τής άμέσου ή προοδευτικής επιστροφής άνήκει, βεβαίως, εις την εν Θεω κρίσιν του Όρδοδόξου καί πράττοντος κατά Θεόν Επισκόπου, ή του εντεταλμένου ύπ’ αύτου πνευματικού. Οί πιστοί οφείλουν νά δέχωνται τάς θεοφιλείς ταύτας οικονομίας των ποιμένων τού Θεού ώς πορείαν προς την τελειότητα, συμφώνως προς το θέλημα του Σωτήρος ημών Χρίστου, «ος πάντας άνθρώπους θέλει σωθήναι καί εις έπίγνωσιν άληθείας έλθείν» 6186. ’Αλλά καί την δείαν εντολήν την λέγουσαν, «τον δε άσθενούντα τή πίστει προσλαμβάνεστε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών» 6187. «Πάντες», γράφει ο άγιος ’Ιγνάτιος ό Θεοφόρος, τον Όρθόδοξον ’Επίσκοπον «άκολουθείτε» καί τούς πρεσβυτέρους. Διότι «ό (εκείνο το όποιον) αν εκείνος δοκιμάση (θά έγκρίνη), τούτο» είναι «καί τώ Θεω (εις τον Θεόν) εύάρεστον» 6188

Προς Σύνοδον ένώσεως. Έφ’ όσον ή έν Έλλάδι Εκκλησία είναι σήμερον διηρημένη, προφανώς ή Ί. Σύνοδος τής ηνωμένης έν Έλλάδι Εκκλησίας, ώς ήτο προ τής καινοτομίας τού 1924, δεν δύναται νά σύγκληθή. Ή συγκρότησις τής Συνόδου ταύτης θά καταστή δυνατή, οτε οί διιστάμενοι θά ένώθούν έν τή Όρθοδοξία, ώς έγένετο πάντοτε έν τή Όρθοδόξω Έκκλησία. 

Κατά την χρονικήν περίοδον π.χ. έπικρατήσεως τής είκονομαχι- κής καινοτομίας, δεν ήτο δυνατόν νά σύγκληθή Όρδόδοξος Σύνοδος τής όλης ’Εκκλησίας. Διά τούτο αΰτη συνεκροτήθη, οτε δεν ϊσχυε ή αίρεσις τής Είκονομαχίας, δηλαδή το 787, ώς ή Ζ' Οικουμενική Σύνοδος ένώσεως. Ή ιδία Z΄ Οικουμενική Σύνοδος γράφει διά τών αγίων αύτής Πατέρων ότι έγένετο, «ϊνα τών διεστώτων τήν διαφωνίαν εις συμφωνίαν μεταγάγωμεν καί τό μεσότειχον άρθή τής έχθρας και ή άρχήθεν θεσμοθεσία τής Καθολικής (’Ορθοδόξου) Εκκλησίας το κύρος άπολάβοι» 6189. Δηλαδή συνεκροτήθη διά να ένωση τα διιστάμενα μέρη τής διηρημένης και τότε Εκκλησίας, τούς διαφωνούντας προς την ’Ορθόδοξον πίστιν είκονομάχους καί τούς ένισταμένους κατά τής είκονομαχικής αίρέσεως ’Ορθοδόξους, διά συμφωνίας εν τή ’Ορθοδοξία. 

Παρομοίως καί ή Σύνοδος τής ηνωμένης εν Έλλάδι Εκκλησίας δύναται νά σύγκληθή ως Σύνοδος ένώσεως «των διεστώτων» οπαδών τής οίκουμενιστικής καινοτομίας καί των ένισταμένων κατ’ αύτής, διά συμφωνίας εν τή ’Ορθοδοξία. 

Κατά την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων τής ’Ορθοδόξου Εκκλησίας, ή λεγομένη «Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος» δεν είναι ή Σύνοδος τής ηνωμένης εν Έλλάδι Εκκλησίας. Αΰτη είναι Σύνοδος εν καινοτομία καί εν εκκλησιαστική διαστάσει. Αί δε πράξεις καί αποφάσεις ταύτης υπέρ τής έορτολογικής καινοτομίας καί του παπικού Οίκουμενισμου, ή γενικώτερον τής Οίκουμενιστικής αίρέσεως, την κατατάσσουν, βεβαίως, εις την κατηγορίαν παλαιοτέρων φιλαιρετικών ή αιρετικών Συνόδων, αί οποίαι έγίνοντο προ συγκλήσεως Οικουμενικών Συνόδων, όπως π.χ. είναι ή είκονομαχική Σύνοδος του 754 ήτις συνεκροτήθη υπερ της καινοτομίας 6190 της αιρεσεως τής Είκονομαχίας, καί κατεκρίθη άπό την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον. 

Άλλά ούδέ αί Ί. Σύνοδοι τών ένισταμένων κατά τής έορτολογικής καινοτομίας του Οίκουμενισμου άποτελουν τήν Σύνοδον τής ηνωμένης έν Έλλάδι ’Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συμφώνως προς τον εύαγγελικόν καί κανονικόν νόμον καί τήν διδαχήν τών αγίων Πατέρων, ή άποτείχισις καί ό άντιαιρετικός άγων τών ένισταμένων ’Ορθοδόξων άποσκοπεί εις τήν διάσωσιν τής ένότητος τής πίστεως τής Εκκλησίας καί εις τήν ’Ορθόδοξον ένωσιν τής διηρημένης έν Έλλάδι Εκκλησίας, διά Συνόδου ένώσεως. Ώς έλέχθη, ούτοι «ού σχίσματι τήν ένωσιν τής Εκκλησίας κατέτεμον, άλλά σχισμάτων καί μερισμών τήν Εκκλησίαν έσπούδασαν ρύσασθαι», ήτοι νά σώσουν 6191. Έφ’ οσον λοιπόν ή Σύνοδος ένώσεως έπιδιώκεται καί θά γίνη εις το μέλλον, τώρα δε διεξάγεται άγων ’Ορθοδόξου ένστάσεως, αί ύπάρχουσαι Σύνοδοι τών ένισταμένων έχουν σημασίαν καλού άγώνος υπέρ τής πίστεως. Δηλαδή νοούνται ώς ομάδες καί συγκροτήσεις Επισκόπων ένισταμένων άντιαιρετικώς καί ορθοδόξως, υπέρ τής ’Ορθοδοξίας καί τής ένώσεως τής Εκκλησίας. 

’Ανάγκη ορθοδόξου, ένστάσεως. Προέχει λοιπόν οχι ή διοικητική οργάνωσις των ένισταμένων, ώς ούτοι μόνον νά άπετέλουν την εν Έλλάδι ήνωμένην Εκκλησίαν, άλλα ο άντιαιρετικός άγων των ’Ορθοδόξων, ώς έπραξαν καί έδίδαξαν εις τό παρελθόν καί οι Άγιοι. «Άγώνος ούν χρεία (άνάγκη) μεγάλου καί τούτου νομίμου», λέγει ό Μ. Βασίλειος 6192 εις παράλληλον προς την ίδικήν μας εποχήν. Δηλαδή υπάρχει άνάγκη μεγάλου άγώνος, συμφώνου προς τον ευαγγελικόν καί κανονικόν νόμον, καί τήν πράξιν των 'Αγίων καί τήν θεμιτήν πολιτειακήν νομοθεσίαν. 

Πάσαι αί Οίκουμενικαί Συνοδοί ένώσεως τής Εκκλησίας υπήρξαν καρπός ιερών άγώνων των ’Ορθοδόξων ένισταμένων. 

Ή Α' Οικουμενική Σύνοδος προήλθεν ώς άποτέλεσμα των υπέρ πίστεως άγώνων μάλιστα του άγιου ’Αλεξάνδρου ’Αλεξάνδρειάς καί του Μ. Αθανασίου. 

Ή Β' Οικουμενική Σύνοδος των άγώνων μάλιστα του Μ. Βασιλείου καί Γρηγορίου του θεολόγου. 

Ή Γ' Οικουμενική Σύνοδος των άγώνων μάλιστα του αγίου Κυρίλλου ’Αλεξάνδρειάς καί του άγιου Κελεστίνου Ρώμης.

Ή Δ' καί Ε' Οίκουμενικαί Σύνοδοι των άγώνων των ’Ορθοδόξων, οί οποίοι δεν εφησύχασαν, άλλά ήγωνίσθησαν υπέρ τής ’Ορθοδόξου πίστεως «άχρι θανάτου» 6193.

Ή ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος των άγώνων μάλιστα του άγιου Μαξίμου του Όμολογητού καί του άγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. 

Ή Ζ' Οικουμενική Σύνοδος των άγώνων μάλιστα του άγίου Ίωάννου του Δαμασκηνού καί άλλων 'Αγίων. Καί σήμερον θά φθάσωμεν εις ’Ορθόδοξον Σύνοδον ένώσεως τής διηρημένης εν Έλλάδι ’Εκκλησίας, διά μιμήσεως των προ ημών άγιων καί ηρωικών άγωνιστών υπέρ τής ’Ορθοδοξίας. ’Απαιτείται, λοιπόν, ’Ορθοδοξία. Πατερική θεμελίωσις. Ένστασις κατά τό παράδειγμα τών 'Αγίων. Συνεργασία τών ένισταμένων εν όρθοδόξω πίστει καί άγάπη «τής άληθείας», ώς λέγει ό ’Απόστολος Παύλος 6194. Καί άγών κατά τής έορτολογικής καινοτομίας καί γενικώτερον κατά τής παναιρέσεως του Οίκουμενισμοΰ. Άγών υπέρ τής ’Ορθοδοξίας μέγας, νόμιμος καί μέχρι θανάτου. Διότι «γίνου πιστός άχρι θανάτου, καί δώσω σοι τον στέφανον τής ζωής», λέγει ό Κύριος τής Μιας Αγίας Καθολικής καί Άποστολικής ’Εκκλησίας, ο Κύριος ήμών Ίησους Χριστός  6195» ( 813 )


ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ  ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΤΟ ΓΡΗΟΓΟΡΙΑΝΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ,ΔΕΝ ΜΕΤΑΒΑΛΕΙ ΤΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΑΡΟ ΘΕΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ........

(Από το βιβλίο " ΠΑΣΧΑ ΚΥΡΙΟΥ" σελ 697-698 )

Δεν « μετέβαλε το έορτολόγιον ή το πασχάλιον» ή έορτολογική καινοτομία τοϋ 1924, τονίζουσιν οί θεράποντες αύτής, «οΰτε μετεβλήθη τι έν τή Όρδοδόξω ημών Εκκλησία»! (584). 

Το έορτολόγιον καί το πασχάλιον τής ’Ορθοδόξου Εκκλησίας μένουσιν άμετάβλητα»!(585). Άντιφάσκοντες ομως προς έαυτους ούτοι, πάντες λέγουσι και ότι μετεβλήθη, ή ήλλαξεν, ή μετερρυθμίσθη, το εκκλησιαστικόν ήμερολόγιον, μετ’ αύτοϋ δέ, ώς φυσικόν, καί τό έορτολόγιον. « Ενεκρίθη» πατριαρχικώς ημερολογιακή «προσαρμογή εορτολογίου», γράφει ο Άθηνών Χρυσόστομος ( 586 ), «διά τής προσθήκης 13 ήμερων είς το έκκλησιαστικόν ήμερολόγιον», ώς προετάθη παρ’ αύτοΰ( 587 ). 

Συνεπώς μετεβλήθη ή ήμερολογιακή τάξις τών άκινήτων εορτών διά μετακινήσεως αύτών κατά 13 ημέρας καί οΰτω διεταράχθη ή πατροπαράδοτος λειτουργική σχέσις τούτων προς τό πασχάλιον......

......Δηλαδή, προς τήν έορτήν τοΰ Πάσχα καί προς τάς έκ ταύτης έξαρτωμένας  κινητάς έορτάς......

......προς τά Κυριακάς, προς τάς άκολουθίας τής Παρακλητικής....

.......προς τά Ευαγγέλια, τούς ’Αποστόλους, τούς ήχους, άκόμη και προς τάς νηστείας! 

«Τι ταΰτα άποδεικνύουσι», γράφει έν έτει 1925 ο Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως Χριστοφόρος, «εί μη οτι καί ο πασχάλιος Κανών» «προσεβλήθη »; «’Αλλά μήπως και την τών 'Αγίων ’Αποστόλων νηστείαν κατά τό 1924 δεν ήναγκάσθησαν οί μεταρρυθμισταί νά συντομεύσωσι

Ποιος δέ, έστω καί έκ των άπλουστάτων Χριστιανών, άναγινώσκων τό πασχάλιον έκαστου έτους, δεν ευρίσκει εν αύτώ καθορίζομενον καί τον χρόνον, καθ’ ον θά διαρκέση κατά τό έτος εκείνο ή νηστεία αύτη; 

Άλλά τούτο δεν άποδεικνύει, οτι ό καθορισμός τής νηστείας τών 'Αγίων ’Αποστόλων άποτελεί μέρος τού πασχαλίου Κανόνος καί, έπομένως, οτι ή παράβασις τούτου είναι παράβασις καί αύτοϋ τού Κανόνος» τού Πάσχα ; (588). 

Προσέτι ή νηστεία τών 'Αγίων ’Αποστόλων, διά τής έορτολογικής καινοτομίας, δεν μειοΰται μόνον, άλλά πολλάκις καί καταργείται παντελώς, ως έγένετο κατά τό έτος 1983, καθ’ ό ή πρώτη ημέρα τής νηστείας ταύτης έπεσε... πέντε ημέρας μετά την λήξιν αύτής! 5817 (ί. ά. σ. 473 - 483). 

Αποδεικνύεται, λοιπόν, οτι είναι άναληθής ή μάλλον ψευδής ό ισχυρισμός, οτι δήθεν ούδέν τι μετεβλήθη εν τή Όρθοδόξω ’Εκκλησία διά τής έορτολογικής καινοτομίας τού 1924. ’Αλλά καί ή ημερολογιακή μετακίνησις τών άκινήτων έορτών άνευ τής ταυτοχρόνου μετακινήσεως τών έορτών τού πασχαλίου, ήν επικαλούνται οί καινοτομοι, μάλλον επιβαρύνει τήν θέσιν των. 

Ή διάσπασις αύτη έπέφερεν έμφανεστέραν έορτολογικήν άσυμφωνίαν καί σύγχυσιν, προς βεβαίαν κατάκρισιν καί τής ούτω γενομένης έορτολογικής καινοτομίας. Προσέτι ή καινοτομία τού 1924 έγένετο μετά τής οίκουμενιστικής προοπτικής μετακινήσεως έν τώ μέλλοντι καί τού Πάσχα, προς όλοκλήρωσιν τής έορτολογικής άποστασίας, έν ή οί οίκουμενισταί πορεύονται άσυγκράτητοι. Πλήν όμως καί έν τούτω ή άπαρχή ήδη έγένετο. 

'Ως •θά λεχθή καί κατωτέρω, ή ’Ορθόδοξος Εκκλησία Φινλανδίας έφαρμόζει ήδη την έορτολογικήν καινοτομίαν καί ως προς τό πασχάλιον, αί δέ έκασταχού Ίεραρχίαι σιωπώσιν έπ’ αύτού έν τή άνόμω τακτική τού έφησυχάζειν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΒΙΒΛΙΟΥ......
584 . Χρυσοστόμου PG. 53, 134.
585 . Χρυσοστόμου PG. 53, 138.
586 . Σεβηρ . Γαβαλ. PG. 56, 490.
587. Γενεσ. γ΄ 16 - 19
588 . Χρυσοστόμου PG. 53 , 143.
812. Γενέσ. ζ' 21.
813. Κυρίλλου Άλεξ., PG. 69,72.

5817 . Ωρολόγιον το μέγα
6154. Λουκ. β', 34.
6155. θεοδώρου Στουδίτου, PG. 99, 1045.
6156. Συμεώνος Θεσσαλονίκης, PG. 155, 64.
6157. Συμβόλου τ^ς Πίστεως.
6158. Διατυπώσεως Α' Οικουμενικές Συνόδου, Μ. 2, 889.
6159. Μ. Βασιλείου, ΒΕΠΕΣ, 55, 186.
6160. Γαλ. α' 2.
6161. Άποκαλύψ. β' 1.
6162. Έφεσ. δ' 5.
6163. Ματθ. κη' 19.
6164. Ματθ. ιστ' 18.
6165. Χρυσοστόμου, PG. 48 , 844.
6166. A' Kopινθ. α' 10 - 14.
6167. Ματθ. ιγ' 24 - 30
6168. Πρακτικών Ζ' Οικουμενικές Συνόδου, Μ. 12, 1042.
6169. Κελεστίνου Ρώμης, Μ. 4, 1045.
6170. ΙΕ' Κανόνος ΑΒ Συνόδου.
6171. ΛΑ' Άποστολίκου Κανόνος.
6172. Ζωρανα, Σ. Κ. 2, 40.
6173. Χρυσοστόμου, PG. 63, 231.
6174. ΙΕ' Κανόνος ΑΒ Συνόδου.
6175. Ζωναρά, Σ. Κ. 2, 694.
6176. θεοδώρου Στουδίτου, PG. 99, 1164.
6177. θεοδώρου Στουδίτου, PG. 99, 1025.
6178. ’Επιστολής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 13, 408.
6179. Νικοδήμου ‘Αγιορείτου, «Πηδάλιον», σ. ιθ', 5.
6180. ΙΕ' Κανόνος ΑΒ Συνόδου.
6181. Πρακτικών Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1034.
6182. Πρακτικών Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1047.
6183. Έπιφανίου Κύπρου, PG. 42,429'.
6184. Πρακτικών Ζ' Οικουμενικής Συνόδου,Μ. 12, 1042 - 1047
6185. Πρακτικών Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 12, 1114 - 1115,1119
6186. Α' Τιμοθ. β' 4.
6187. Ρωμ. ιδ' 1. .
6188. ’Ιγνατίου θεοφόρου, BE ΠΕΣ, 2, 281. 
6189. Επιστολές Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 13, 408. 
6190. Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 13, 397. 
6191. ΙΕ' Κανόνος ΑΒ Συνόδου. 
6192. Μ. Βασιλείου, PG. 31, 1540. 
6193. ’Αποκαλύψ. β' 10. 
6194. Β' Θεσσαλ. β' 10. 
6195. Άποκαλύψ. β' 10. 


ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ - ΔΙΑΚΟΠΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΝ , ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ , ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ ΠΡΟ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ - 15ος ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ......

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΓΙΑ ΜΕΓΕΝΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ.

ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.....

Από το βιβλίο του ιερομονάχου π.Ευθύμιου Τρικαμηνά....... " Ή Διαχρονική Συμφωνία των Αγίων Πατέρων για το 'Υποχρεωτικό τοΰ 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου περι Διακοπής Μνημονεύσεως Επισκόπου Κηρύσσοντος επ’ ' Εκκλησίας Αίρεσιν"


Τά έπιχειρήματα ολων αύτών πού σήμερα άντιστρατεύονται στό θέμα της άποτειχίσεως καί της έφαρμογης του 15ου ΐερου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου...... 


α. Ό φόβος οτι η αποτείχισις θά οδηγήση σέ σχίσμα 

To πρώτο καί βασικό έπιχείρημα τό όποίον κατά κόρον άκούγεται καί είναι γεγονός οτι άναστέλλει τήν άποτείχισι πολλών άνησυχούντων, είναι ή άποφυγή του σχίσματος . Αναφέρουν δηλαδή οΐ ύπέρμαχοι αύτης της θεωρίας οτι τά σχίσματα άπαγορεύονται καί δυσκόλως θεραπεύονται, οτι ή Ορθοδοξία πρέπει νά είναι ένωμένη, οτι άποτείχισις σημαίνει σχίσμα στήν ’Εκκλησία καί οτι τό σχίσμα είναι ή χειρότερη ολων τών αμαρτιών. 
Απαντώντας είς αύτό τό έπιχείρημα άναφέρομε τά έξης: 

1 . Είναι έξόφθαλμο καί αύτονόητο οτι ή ’Εκκλησία δέν καταδικάζει τήν άποτείχισι (άφου αύτή τήν εχει θεσμοθετήσει, καί φυσικά, έφ’ οσον πραγματοποιείται μέ τούς ορους πού ή ϊδια εχει διδάξει), άλλά καταδικάζει τό σχίσμα, τό όποίον οντως είναι μεγίστη αμαρτία . Καταδικάζει δηλαδή τήν άπόσχισι, τήν άπομάκρυνσι πιστών άπό τήν ’Εκκλησία, οταν αύτή ή άπόσχισις (σχίσμα) δέν πραγματοποιείται γιά θέματα πίστεως, άλλά έξ αιτίας άλλων άφορμών, (θέματα διοικητικά δηλαδή, τάξεως, πνευματικά κλπ .) . Εις αύτό είναι άρκετά σαφής ό πρώτος Κανών του Μ . Βασιλείου, τόν όποίο άναφέραμε στήν σελίδα 61 .Ώς έκ τούτου ή άποτείχισις είναι μέν άπόσχισις (άπομάκρυνσις), πλήν ομως οχι άπό τήν ’Εκκλησία, άλλά άπό κάτι πού εχει τό ονομα ’Εκκλησία, άλλά είναι στήν πραγματικότητα κάτι νεκρό η νεκρούμενο καί κάτι μολυσματικό, τό όποίο εχει τή δύναμι νά μολύνη καί τούς ύγειώς φρονουντας καί πράττοντας .

Έτσι, τό σχίσμα τό όποίον καταδικάζουν οί Πατέρες προϋποθέτει οτι δέν γίνεται διά λόγους πίστεως καί αίρέσεως, άλλά άπεναντίας ή έφάμαρτος αύτή άπόσχισις γίνεται άπό τόν ’Επίσκοπο, ό όποίος εχει μέν ορθόδοξο πίστι καί εύσέβεια, άλλά πιθανόν σφάλλει σέ διάφορα άλλα έκκλησιαστικά καί εύκολοϊάτρευτα θέματα . Ώς έκ τούτου ή ταύτισις του σχίσματος μέ τήν άποτείχισι γίνεται ύπό τήν καθοδήγησι του δαιμονικου πνεύματος της πλάνης, μέ σκοπό τήν σύγχυσι τών ορθοδόξων άνησυχούντων καί τήν καταστολή τών περαιτέρω ένεργειών των. Οί δέ προβάλλοντες αύτό ώς άποτρεπτικό της άποτειχίσεως, άσφαλώς βοηθουν τούς Οικουμενιστές Επισκόπους καί μάλιστα πρέπει, άν θέλω- με νά άξιολογήσωμε τήν προσφορά τών ύπερμάχων της θεωρίας του σχίσματος, νά άναφέρωμε οτι είναι οί πρώτοι βοηθοί, συμπαραστάτες καί συνοδοιπόροι των εις τήν προώθησι της αίρέσεως του Ο’ικουμενισμοϋ. 

2 . Ή θεωρία αύτή οτι ή άποτείχισις είναι σχίσμα καί άρα μή άποτειχιζόμενοι άποφεύγουμε τό σχίσμα, ερχεται οφθαλμοφανώς καί άπ’ εύθείας σέ άντίθεσι μέ τόν ίδιο τόν 15ον ίερό Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ό όποίος διαβεβαιώνει τούς άποτειχισθέντας διά θέματα πίστεως οτι αύτοί «ού σχίσματι τήν ένωσιν της ’Εκκλησίας κατέτεμον, άλλά σχισμάτων καί μερισμών τήν Εκκλησίαν έσπούδασαν ρύσασθαι». Καί άπορεί κανείς, πώς ’Επίσκοποι καί θεολόγοι περιωπης, άδυνατουν νά τό άντιληφθουν. Είναι λυπηρό καί δείγμα της σημερινης μας καταστάσεως τό οτι κατώρθωσε ό διάβολος νά μάς φοβίση καί διά του φόβου νά μάς χειραγωγήση, στό σημείο τό όποίο οί Πατέρες μάς καθησυχάζουν καί μάς διαβεβαιώνουν οτι δέν ύπάρχει κανένα πρόβλημα σχίσματος, άλλά άπεναντίας οσοι άποτειχισθουν άπό τόν αίρετικό ’Επίσκοπο λυτρώνουν τήν ’Εκκλησία άπό τό σχίσμα .

’Εμείς βεβαίως σήμερα δέν ύπακούομε στούς Πατέρες καί στίς Συνόδους της ’Εκκλησίας, άλλά στούς αύτοαναγορευμένους άρχηγούς καί προστάτες μας, προφανώς έπειδή ταυτιζόμεθα μέ αύτούς είς αύτό τό σημείο, δηλαδή καί αύτοί καί έμείς μέ αύτή τήν θεωρία βολευόμεθα καί δικαιολογουμε τόν έφησυχασμό καί τήν άπραξία μας Άπό αύτό έπίσης τό σημείο του Κανόνος, πού όμιλεί διά τήν άποφυγή του σχίσματος γίνεται φανερό καί κάτι άλλο, άκρως σημαντικό, τό όποίο ούδόλως άναφέρουν οί σημερινοί πρωτοστάτες του άντιοικουμενιστικου άγώνος καί οί ύπόλοιποι άνησυχουντες πνευματικοί, ήγούμενοι κλπ "Οτι δηλαδή πλήν του έφαμάρτου σχίσματος, τό όποίο γίνεται, οπως άναφέραμε, όχι διά λόγους πίστεως, ύπάρχει καί ενα άλλο σχίσμα, άπό τό όποίο λυτρούμεθα διά της άποτειχίσεως καί μόνον δι’ αύτης . Είναι ή άπόσχισις άπό τήν διαχρονική Παράδοσι της ’Εκκλησίας καί άπό τήν ί'δια τήν ’Εκκλησία . 

Δηλαδή ό ίερός Κανόνας έδώ έννοεί οτι ό ’Επίσκοπος καί οί άκολουθουντες καί μνημονεύοντες αύτόν εύρίσκονται, διά της αίρέσεως, σέ σχίσμα άπό τήν διαχρονική (Μία, Άγία, Καθολική καί Άποστολική) ’Εκκλησία, οί δέ άποτειχιζόμενοι θεραπεύουν τό σχίσμα μέ τό νά άποτειχίζωνται άπό τούς αίρετικούς καί δι’ αύτου του τρόπου νά παραμένουν ένωμένοι μέ τήν διαχρονική ’Εκκλησία καί τήν Ορθόδοξο Παράδοσι. Δι’ αύτό προφανώς «καί τής πρεπούσης τιμής τοΐς ορθοδόξοις άξιωθήσονται». Τώρα βεβαίως πώς κατώρθωσε ή θεωρία αύτή καί ό φόβος του σχίσματος νά έπικρατήση, αύτό μόνον ή σύγχυσις τών έσχάτων καιρών καί ή ίδική μας αγνοια καί άδιαφορία μπορουν νά δικαιολογήσουν. 

3 . Ή θεωρία αύτή του φόβου της δημιουργίας σχίσματος έξαιτίας της άποτειχίσεως προσκρούει άπ’ εύθείας είς αύτήν ταύτην τήν ένότητα της ’Εκκλησίας, τήν όποία προφανώς άντιλαμβάνονται οί ύπέρμαχοι της θεωρίας αύτης διεστραμμένως καί κακοβούλως . Διότι τί εϊδους ένότητα είναι αύτή είς τήν όποία πρέπει νά εϊμεθα ένσωματωμένοι, τήν στιγμή πού ύπάρχει ή αΐρεσις, ή όποία προσβάλλει αύτόν τουτον τό θεσμόν της ’Εκκλησίας; Καί που εϊδαμε ώς πρότυπο καί μοντέλο μία τέτοια ένότητα στήν (διαχρονική) ίστορία καί Παράδοσι της ’Εκκλησίας, ή όποία νά μάς ένώνη μέν μέ τόν ’Επίσκοπο, μάς διασπά ομως άπό τήν άληθινή πίστι; Πώς έπίσης θά δείξωμε οτι δέν εϊμεθα ύπέρμαχοι της είδωλοποιήσεως του ’Επισκόπου, διά της έξοστρακίσεως του Χριστου καί της άντικαταστάσεώς του άπό τόν ’Επίσκοπο; Δέν σημαίνουν, άκόμη αύτά οτι εϊμεθα ύπέρμαχοι μιάς άνθρωποκεντρικου χαρακτηρος ’Εκκλησίας, οταν φοβούμεθα νά άποσχισθουμε άπό δεδηλωμένους αίρετικούς, έν ονόματι αύτης της σάπιας καί έπισφαλους ένότητος; Περιττό νά άναφέρωμε οτι αύτου του εϊδους ή ένότης είναι τό πρότυπο, τό γνώρισμα καί ή καρδιά του Παπισμου, ή δέ Ορθοδοξία γνωρίζει μόνον τήν ένότητα της άληθινης πίστεως καί τήν ύποταγή μόνο στούς άληθινά Ορθοδόξους ποιμένες.

4 .’Εν τέλει δέ πρέπει νά άναφερθη οτι, εστω καί κατά φαντασία νά ύπάρχη φόβος σχίσματος, πρέπει πάλι νά προτιμήσωμε τό σχίσμα διά της άποτειχίσεως, άπό τήν ύπαγωγή μας στήν αΐρεσι, διά μέσου της έκκλησιαστικης ένότητος μέ τόν αίρετικό ’Επίσκοπο . Διότι έν τελευταία άναλύσει τό σχίσμα είναι άσυγκρίτως μικρότερο κακό (καί μάλιστα οταν γίνεται μέ άγαθή προαίρεσι, μέ διάθεσι θυσίας καί οχι βολέματος καί μέ αγιο σκοπό τήν έμμονή δηλαδή καί παραμονή είς τήν άληθινή πίστι) άπό τήν αΐρεσι ή όποία, κατά τούς Πατέρας, μάς χωρίζει άμέσως άπό τόν Θεό . 


β'.Ό φόβος οτι ο άποτειχιζόμενος εξέρχεται της ’Εκκλησίας. 

Τo δεύτερο έπιχείρημα αύτών πού άντιδρουν είς τήν άποτείχισι είναι τό οτι διδάσκουν πώς διά της άπο- τειχίσεως έξερχόμεθα άπό τήν ’Εκκλησία . Δι’ αύτό ίσχυρίζονται, οτι έμείς θά άγωνισθουμε έντός της ’Εκκλησίας έναντίον της αίρέσεως του Οίκουμενισμου . 

Είς αύτό τό έπιχείρημα εχομε νά άπαντήσωμε τά έξης

1 . Γίνεται ήθελημένα η άθέλητα σύγχυσις της ’Εκκλησίας καί είδικά τών όρίων της καί του έντός καί έκτός αύτης χώρου . Ό έντός λοιπόν της ’Εκκλησίας χώρος είναι έκεί πού ύπάρχει κατά πρώτον καί κύριον λόγον ή άληθινή πίστις καί κατά δεύτερον ή Άποστολική διαδοχή, ή όποία, έξάλλου, άνευ της άληθινης πίστεως είναι κενή περιεχομένου. Συνεπώς άποτείχισις σημαίνει τό νά θυσιάσω τό δευτερεύον (τήν Άποστολική διαδοχή) χάριν του πρωτεύοντος (της Ορθοδόξου καί άληθινης πίστεως) .

Άν λοιπόν, ένώ ό Επίσκοπος είναι αίρετικός, δέν άποτειχίζωνται άπό αύτόν οί Ορθόδοξοι, άποδεικνύουν έκ τών πραγμάτων οτι άντέστρεψαν τούς ορους καί τόν έντός της ’Εκκλησίας χώρο τόν έταύτισαν μέ τήν παρουσία του ’Επισκόπου. Αύτό ομως είναι ή μόνιμη διδασκαλία καί έπωδός του Οίκουμενισμου καί κατά κόρον τήν άκουμε στήν έποχή μας νά διδάσκεται άπό τά στόματα τών Οίκουμενιστών. Συνεπώς αύτοί πού σκέπτονται κατ’ αύτόν τόν τρόπο έχουν ηδη άποδεχθη βασικές άρχές του Οικουμενισμου καί οπωσδήποτε κινουνται στά ορια τά οποία θέτουν οί αίρετικοί . 

2 . Άν άποτείχισι έσήμαινε έξοδος άπό τήν’Εκκλησία, τότε θά έπρεπε οχι μόνον νά μήν ύπάρχουν ίεροί Κανόνες πού διδάσκουν τήν άποτείχισι διά θέματα πίστεως, άλλά άπεναντίας νά τήν άπαγορεύουν αύστηρότατα, διότι δέν ύπάρχει μεγαλύτερο κακό άπό τήν έξοδο άπό τήν ’Εκκλησία . Προφανώς ομως οί ίεροί Κανόνες έτέθησαν διά νά έπιβεβαιώσουν τήν μεγάλη αύτή καί δογματική άλήθεια, οτι δηλαδή έν καιρω αίρέσεως ή’Εκκλησία εύρίσκεται έκεί οπου διαφυλάσσεται ή Ορθόδοξος πίστις καί οχι έκεί οπου ύπάρχει ο ’Επίσκοπος καί ή Αποστολική διαδοχή, άνευ αύτης της πίστεως . 

3. Άν ύποθέσωμε οτι ο έντός της’Εκκλησίας χώρος είναι έκεί πού ύπάρχει ο αίρετικός ’Επίσκοπος, ο έχων απλώς καί μόνον τήν Αποστολική διαδοχή, τότε ταυτίζομε τήν Ορθοδοξία μέ τήν αΐρεσι καί άποδεχόμεθα διά τών έργων οτι ή Εκκλησία είναι οχι άσπιλος καί άμώμητος κατά τήν πίστι, άλλά έσπιλωμένη καί βεβορβορωμένη κατά τήν πατερική έκφρασι. 

4. Άν πάλι θεωρήσωμε οτι ο έντός της ’Εκκλησίας χώρος είναι έκεί οπου ύπάρχει ο ’Επίσκοπος, τότε βεβαίως δέν έχομε δικαίωμα νά άποτειχισθουμε άπό αύτόν, ούτε καί οταν αύτός προχωρήσει στό λεγόμενο κοινό ποτήριο, διότι καί τότε θά έξέλθωμε άπό τήν ’Εκκλησία . Πάντως τό οριο του κοινου ποτηρίου διά τήν άποτείχισι είναι οριο νεοεποχίτικο, τό οποίο αύθαιρέτως έπενόησαν καί έπέβαλαν καί είναι έκείνο τό οποίον οντως άνατρέπει καί διαστρέφει τά άληθινά ορια της ’Εκκλησίας . 

Τό οτι οί Πατέρες δέν τό έγνώριζον αύτό, άλλά θεωρουσαν αίρετικό δεδηλωμένο τόν κηρύσσοντα δημοσίως καί έπ’ ’Εκκλησίας οίανδήποτε αίρετική διδασκαλία, αύτό άρκούντως μέ ολα τά ίστορικά παραδείγματα, τά πατερικά καί συνοδικά κείμενα άπεδείχθη καί μόλις είναι άνάγκη νά τό επαναλάβωμε . Άν τέλος διά της άποτειχίσεως εξέρχομαι άπό τήν ’Εκκλησία καί άν ό άγωνας εναντίον της αιρέσεως πρέπει νά γίνη εντός της ’Εκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν θεωρία αύτή, τότε ολοι οσοι διαχρονικά άποτειχίστηκαν άπό τούς αιρετικούς επισκόπους, πρίν αύτοί καταδικασθουν άπό Σύνοδο, εξηλθαν της ’Εκκλησίας καί φυσικά εδημιούργησαν σχίσμα . 

Δηλαδή ή ’Εκκλησία καί οι άγιοι εύρίσκοντο διαρκως σέ πλάνη (εφ’οσον πάντοτε, οπως ιστορικως άπεδείξαμε, άποτειχί- ζοντο άπό τούς αιρετικούς ’Επισκόπους), δέν εγνώριζον δέ ούσιώδη καί βασικά πράγματα, τά όποΐα εχουν σχέσι μέ τόν εντός καί εκτός της ’Εκκλησίας χωρο, καθώς καί μέ τόν τρόπο καταπολεμήσεως της 
αιρέσεως

γ. Η αποψις της δυνητικής ερμηνείας τοΰ 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου 

Το τρίτο επιχείρημα τό όποΐο άκούγεται άπό τούς άσχολουμένους μέ τά εκκλησιαστικά θέματα καί προσπαθουν μέ αύτό νά καλυφθουν ώς μέ «συκίνη επικουρία» είναι της δυνητικης δηθεν έρμηνείας του 15ου ιερου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Αναφέρουν δηλαδή οι ύπέρμαχοι αύτης της θεωρίας οτι ό Κανόνας αύτός είναι δυνητικός καί δέν σέ ύποχρεώνει σέ άποτείχισι, άλλά άπλως σου δίδει τήν δυνατότητα νά προβης σ’ αύτήν, εφ’ οσον ή συνείδησίς σου είναι εύαίσθητη σ’ αύτά τά θέματα καί ενοχλεΐσαι άπό τήν εκκλησιαστική επικοινωνία μέ τόν αιρετικό ’Επίσκοπο . Ώς εκ τούτου ή άποτείχισις εδω λαμβάνεται, οπως λέγουν, ώς μία διαμαρτυρία πρός επίσπευσι της διαδικασίας διά τήν καταδίκη του αιρετικου ’Επισκόπου. ’Επί πλέον άναφέρουν οτι ποτέ κανείς δέν τιμωρήθηκε επειδή δέν εσπευσε νά άποτειχισθη άπό τόν αιρετικό ’Επίσκοπο, άλλά άνέμενε εν ύπομονη τήν άπόφασι της Συνόδου καί άκόμη οτι, άν ό Κανόνας όμιλουσε γιά ύποχρεωτική άποτείχισι θά έπρεπε νά ύπάρχουν καί πολλοί άλλοι Κανόνες, οί όποΐοι νά όμιλουν παρομοίως γιά ενα τόσο σπουδαΐο έκκλησιαστικό ζήτημα 

Εΐς αύτά τά έπιχειρήματα της δυνητικης έρμηνείας του Κανόνος, έχομε νά άναφέρωμε τά έξης

1 . Άν ή άποτείχισις άπό τόν αίρετικό ’Επίσκοπο δέν ηταν ύποχρεωτική θά έπρεπε νά τό γνωρίζουν αύτό οί Ορθόδοξοι άπό τά πρώτα χρόνια του Χριστιανισμου καί όχι τόν ένατο αΐώνα πού έγράφη ό έν λόγω Κανών. Βλέπουμε δηλαδή στήν διαχρονική Παράδοσι της Εκκλησίας οί άγιοι Πατέρες νά προτρέπουν διαρκώς μέ λόγια καί έργα τήν άπομάκρυνσι άπό τούς αίρετικούς μόλις διεπίστωναν οτι διακατέχονται άπό αίρετικά φρονήματα . Τόν ένατο λοιπόν αΐώνα, σύμφωνα πάντοτε μέ τήν δυνητική έρμηνεία, διδάσκονται οί Ορθόδοξοι κάτι τελείως διαφορετικό . Διδάσκονται οτι δύνανται, χωρίς νά αμαρτάνουν, οΰτε νά μολύνωνται άπό τήν αΐρεσι, νά παραμένουν ένωμένοι έκκλησιαστικά μέ τόν αίρετικό ’Επίσκοπο, νά τόν μνημονεύουν κλπ . μέχρι τήν καταδίκη του άπό τήν Σύνοδο . 

Αύτό πρακτικά σημαίνει ή οτι μέχρι τότε οί Ορθόδοξοι οταν άποτειχίζοντο έσφαλαν ή οτι έκαινοτόμησαν οί Πατέρες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί άλλαξαν μία βασική Παράδοσι της Εκκλησίας Θά έπρεπε έπίσης καί οί άγιοι Πατέρες της ’Εκκλησίας άναλόγως νά ώμιλουσαν διά τούς αίρετικούς καί νά καθησύχαζον τρόπον τινά τούς Ορθοδόξους, ώστε νά μήν διακόπτουν πρό συνοδικης κρίσεως τήν έκκλησιαστική έπικοινωνία μέ αύτούς . Πουθενά ομως δέν ύπάρχουν τέτοιες προτροπές καί διδασκαλίες τών αγίων. Απεναντίας καί διά τών λόγων καί διά τών έργων των οί άγιοι άποδεικνύουν τό έντελώς άντίθετο, δηλαδή τήν έκκλησιαστική άποτείχισι άπό τόν δημοσίως καί έπ’ ’Εκκλησίας κηρύττοντα αΐρεσι . 

Ό άγ. Μάρκος ό Εύγενικός στό τέλος της Βυζαντινης περιόδου έπιγραμματικά άναφέρει περί τούτου, συνοψίζων τήν Ορθόδοξο Παράδοσι είς τό θέμα της άπο- τειχίσεως καί μάλιστα στήν πιό δύσκολη πρακτικά άπό όλες τίς περιόδους της έκκλησιαστικης ιστορίας: «'Άπαντες οι τής Εκκλησίας διδάσκαλοι, πασαι αι σύνοδοι καί πασαι αι θείαι γραφαί φεύγειν τούς έτερόφρονας παραινονσι καί τής αύτών κοινωνίας διΐστασθαι» (Πατρολογία Orientalis, τόμ . XV, σελ . 304 )

Είναι χαρακτηριστικό τό ότι ό άγιος άναφέρεται σέ έτερόφρονες, δηλαδή σέ όσους εχουν διαφορετικό άπό τό ορθόδοξο φρόνημα καί οχι σέ καταδικασμένους άπό Σύνοδο, διότι τότε ό λόγος του θά ήτο περιττός Ό άγιος λοιπόν δέν γνωρίζει στό τέλος της Βυζαντινης περιόδου δυνητική άποτείχισι καί μάλιστα ώς διδασκαλία κάποιας Συνόδου η ένός αγίου, άλλά ύποχρεωτική έκκλησιαστική άπομάκρυνσι καί διακοπή έκκλησιαστικης κοινωνίας 

2 . Άν οί Ορθόδοξοι είχον τήν δυνατότητα νά άναένουν έν ύπομονή τήν άπόφασι της Συνόδου, προκειμένου νά άποτειχισθουν άπό τόν αιρετικό ’Επίσκοπο, τότε θά ήσαν περιττοί όλοι οί ίεροί Κανόνες οί όποίοι άναφέρονται στούς αίρετικούς καί στή σχέσι τών Ορθοδόξων μέ αύτούς, όπως έπίσης καί όλη ή άποστολική καί πατερική διδασκαλία, ή όποία σκοπό εχει νά διατηρη σέ έγρήγορσι τούς πιστούς, καί νά διδάξη τήν άπομάκρυνσι άπό τούς αίρετικούς . Θά άρκουσε ή έντολή, οί λαϊκοί νά περιμένουν τίς άποφάσεις τών Συνόδων, χωρίς νά τίς κρίνουν καί νά τίς άκολουθουν κατά γράμμα . Έπειτα, γιά ποιό λόγο δηλαδή οί Κανόνες νά έπιβάλλουν μέ έπιτίμια τήν έκκλησιαστική άποτείχισι, τήν στιγμή πού ύπάρχει συνοδική κρίσις περί τούτου;’Ησαν δηλαδή τόσο άπείθαρχοι οί Ορθόδοξοι καί άγευστοι άπό κάθε πνευματικότητα, ώστε νά μήν σέβωνται συνοδικές άποφάσεις καί μάλιστα σέ τόσο σοβαρά θέματα; 

Είναι σά νά λέμε οτι οί Κανόνες πού άναφέρονται στήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς, άναφέρονται στόν Άρειο, τόν Μακεδόνιο, τόν Νεστόριο, τόν Εύτυχη, τόν Διόσκορο καί τούς λοιπούς καταδικασμένους άπό Σύνοδο ’Επισκόπους καί όχι σέ οσους εχουν μέν τά φρονήματα τούτων, πλήν ομως δέν καταδικάστηκαν άπό κάποια Σύνοδο.

3 "Ολες οί μεγάλες αίρέσεις οί όποίες άνεφύησαν, μηδέ έξαιρουμένου καί αύτου του Παπισμου, άνεπτύχθησαν καί προσπάθησαν νά έδραιωθουν έντός της ’Εκκλησίας, μέ άπώτερο σκοπό τήν έξοστράκισι της Ορθοδοξίας, τήν μετάλλαξι του φρονήματος τών πιστών καί τήν τελική έπικράτησι της αίρέσεως . Συνεπώς καί οί ίεροί Κανόνες οί όποίοι καθορίζουν τήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς άναφέρονται εις τούς αίρετικούς αύτούς οί όποίοι έργάζονται έντός της ’Εκκλησίας, είτε ώς ’Επίσκοποι, οί όποίοι κατέλαβον μέ τήν βοήθεια της πολιτικης έξουσίας τίς θέσεις τών Ορθοδόξων ’Επισκόπων, είτε ώς ίερείς καί ήγούμενοι οί όποίοι μετήλλαξαν τήν πίστι των καί άθέτησαν τήν Ορθοδοξία, είτε ώς λαϊκοί οί όποίοι συμβιβάζονται μέ τήν αΐρεσι καί τήν εύκολη λύσι η αγονται καί φέρονται άπό τούς πνευματικά προϊσταμένους των.

Είναι τουλάχιστον άστείο νά ισχυρισθουμε οτι ολοι αύτοί οί ίεροί Κανόνες, οί όποίοι, οπως προαναφέραμε, καθορίζουν τήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς, άναφέρονται εις τούς αίρετικούς έκείνους οί όποίοι εχουν σχηματίσει ιδιαίτερες κοινότητες, εχουν άποκοπη καί διαχωρισθη άπό τήν Ορθοδοξία καί εχουν ιδικό τους ίερατείο, οπως είναι σήμερα οί Παπικοί, οί Μονοφυσίτες κλπ ."Ολοι οί ίεροί αύτοί Κανόνες είναι αύστηρότατοι, άπολύτως έπιτακτικοί καί όχι δυνητικοί καί μάλιστα μέ αύστηρότατα έπιτίμια διά τούς παραβάτας . Πώς λοιπόν θά έκληφθη ώς δυνητικός ό 15ος αύτός Κανών της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τήν στιγμή κατά τήν όποία καί αύτός άναφέρεται στούς ίδιους αιρετικούς καί μάλιστα Επισκόπους, πού άναπτύσσονται καί έργάζονται ύπέρ της αιρέσεως έντός της ’Εκκλησίας; 

Άν έπίσης μελετήσωμε ολους αύτούς τούς ιερούς Κανόνες οι όποΐοι άναφέρονται στήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αιρετικούς, θά διαπιστώσωμε οτι οι Κανόνες αύτοί έπιβάλλουν στούς Ορθοδόξους νά έξετάζουν τό φρόνημα έκείνων μέ τούς όποίους προτίθενται νά έπικοινωνήσουν έκκλησιαστικά καί αν αύτό είναι ορθόδοξο, τότε καί μόνο τότε νά έχουν μέ αύτούς έκκλησιαστικές σχέσεις . Πώς τώρα είναι δυνατόν μέ ολους αύτούς πού διαπιστώσαμε οτι δέν έχουν ορθόδοξο φρόνημα οι Κανόνες νά έπιβάλλουν ύποχρεωτικά έκκλησιαστική άποτείχισι καί άπεναντίας μέ τόν ’Επίσκοπο, ό όποΐος «δημοσίως γυμνή τη κεφαλή επ’ Εκκλησίας» κηρύττει αιρεσι, ό ύπό έξέτασι ιερός Κανών νά άφήνη πλήρη έλευθερία έπιλογης (αύτό σημαίνει δυνητική έρμηνεία) εις τό αν θά άποτειχισθη κάποιος άπό αύτόν, η αν θά έπιλέξη νά έχη πλήρη έκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, καί μάλιστα άναμένοντας ήσύχως καί έν ύπομονή τήν άπόφασι της Συνόδου; 

Καί αν τελικώς ή άπόφασις της Συνόδου είναι ύπέρ της αιρέσεως καί έναντίον της Ορθοδοξίας (οπως πολλάκις συνέβη) τότε ύποχρεούται ό πιστός, βάσει της δυνητικης έρμηνείας τού κανόνος, νά ύποταχθη έκκλησιαστικώς στήν αιρεσι καί νά διακόψη τήν έπικοινωνία μέ οσους παραμένουν πιστοί στήν Ορθόδοξο Παράδοσι της ’Εκκλησίας . "Ολα αύτά λοιπόν άποδεικνύουν οτι ή δυνητική έρμηνεία τού έν λόγω Κανόνος, έναντιώ- νεται στήν κοινή λογική καί φυσικά, έρχεται σέ πλήρη άντίθεσι μέ ολους τούς σχετικούς μέ αύτόν ιερούς Κανόνες, καί έπί πλέον όδηγεΐ σέ τραγικά άδιέξοδα τούς θιασώτες της έρμηνείας αύτης, τά όποΐα όπωσδήποτε είναι εις βάρος της Ορθοδοξίας καί ύπέρ της αιρέσεως. 

4 .Ή δυνητική έρμηνεία τού έν λόγω ιερού Κανόνος έρχεται σέ πλήρη άντίθεσι μέ τήν ιδία τήν αγία Γραφή, ή όποία καί αύτή πρωτίστως καθορίζει τίς σχέσεις τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς.

Ό άγ. Ιωάννης ό Θεολόγος στήν δεύτερη έπιστολή του άναφέρει τά έξης σχετικά μέ τούς αίρετικούς: «είτις έρχεται πρός ύμάς καί ταύτην τήν διδαχήν ού φέρει μή λαμβάνεται αύτόν είς οίκίαν, καί χαίρειν αύτω μή λέγετε• ό γάρ λέγων αύτω χαίρειν κοινωνεϊ τοϊς έργοις αύτοϋ τοϊς πονηροϊς» (Β' Ίωάν. 10,11) . Είναι πίστις της ’Εκκλησίας οτι οί ίεροί Κανόνες είναι άπολύτως σύμφωνοι καί έναρμονισμένοι μέ τήν άγ. Γραφή καί μάλιστα διασφαλίζουν τό κυρος της . Άν ομως έκλάβωμε ώς δυνητικόν τόν ύπό έξέτασι Κανόνα, αύτός ερχεται σέ πλήρη άντίθεσι μέ τήν διδασκαλία αύτή της άγ Γραφης . Διότι ή άγ. Γραφή στό σημείο αύτό διδάσκει οτι μόλις διαπιστώσομε, οτι κάποιος δέν εχει τήν άληθινή καί όρθόδοξο πίστι δέν πρέπει οϋτε στήν κατοικία μας νά τόν βάλωμε, οϋτε χαίρεται νά του είπουμε, οϋτε σέ έκκλησιαστικό έπίπεδο νά εχωμε οίαδήποτε σχέσι καί έπικοινωνία . Άντιθέτως ομως, μέ τήν δυνητική έρμηνεία διδάσκομε οτι, μέ αύτόν ό όποίος «γυμνή τή κεφαλή έπ’ έκκλησίας» κηρύττει αϊρεσι, δυνάμεθα, χωρίς νά άμαρτάνωμε, νά εχωμε πλήρη έκκλησιαστική κοινωνία, νά τόν μνημονεύσωμε στά μυστήρια, νά τόν άποδεχώμεθα ώς είς τύπον καί τόπον Χριστου καί νά άναμένωμε ήσύχως καί έν ύπομονή τήν άπόφασι της Συνόδου, ή όποία τελικά η μπορεί νά μήν ελθη ποτέ η τό χειρότερο μπορεί νά είναι καί ύπέρ της αίρέσεως καί είς βάρος της Ορθοδοξίας 

Τό οτι είναι άσυγκρίτως χειρότερο ή μνημόνευσις είς τά μυστήρια του αίρετικου, ή έκκλησιαστική κοινωνία καί ή άναγνώρισίς του είς τύπον καί τόπον Χριστου, άπό τόν άπλό χαιρετισμό καί τήν είσοδό του στήν ίδιωτική κατοικία μας, είναι ήλίου φαεινότερο καί μόλις είναι άνάγκη νά τό άναφέρωμε .’Επίσης ή διδασκαλία της άγ. Γραφης, οτι δηλαδή μέ τόν άπλό χαιρετισμό καί τήν είσοδο στήν κατοικία μας εχομε κοινωνία μέ τήν αΐρεσι καί τά πονηρά εργα του αίρετικου, σημαίνει οτι πολύ περισσότερο εχομε κοινωνία μέ τήν αΐρεσι καί τόν αίρετικό άν τόν μνημονεύσωμε στήν ’Εκκλησία η συμπροσευχηθουμε μαζί του η τόν εχομε εις τύπον καί τόπον Χριστου. Δι’ αύτόν άκριβώς τόν λόγο οί ύπέρμαχοι της δυνητικης θεωρίας του έν λόγω Κανόνος άναγκάσθηκαν νά κατασκευάσουν καί άλλη παρεμφερη διδασκαλία, οτι δηλαδή ή μνημόνευσις είναι απλώς εύχή ύπέρ ύγείας καί μακροημερεύσεως του ’Επισκόπου καί ούδεμίαν άλλην θεολογική διάστασι εχει, ένώ οί Πατέρες οπως άναφέραμε στήν σελίδα 207 διδάσκουν τό έντελώς άντίθετο.

Ό άπόστολος Παυλος στήν πρός Γαλάτας έπιστολή μέ άπόλυτη αύστηρότητα διδάσκει τά έξης σχετικά μέ τήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς: «αλλά καί εάν ήμείς η αγγελος εξ ουρανοϋ ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγγελισάμεθα υμίν ανάθεμα έστω• ώς προειρήκαμεν, καί αρτι πάλιν λέγω• εϊ τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ . α', 8,9) . 

Αύτό τό χωρίον της αγ. Γραφης είναι ίσως τό αύστηρότερο ώς πρός τήν διασφάλισι της άληθείας καί τήν άπομάκρυνσί μας άπό αύτούς πού διδάσκουν οίανδήποτε αΐρεσι καί καινοτομία . Άντί άλλης άναλύσεως θά παραθέσωμε τήν άναφορά, τήν όποία κάνουν εις τό αγιογραφικό αύτό χωρίο ό άγ. Μάρκος ό Εύγενικός, ό όποίος έπιπλέον έπικαλείται καί τόν άγ. ’Ιωάννη τόν Χρυσόστομο καί ό άγ. Θεόδωρος ό Στουδίτης ό όποίος άναφέρεται μάλιστα στήν μοιχειανική αΐρεσι . Ό άγ. Μάρκος άναφέρει: «Καί ό θείος Χρυσόστομος εξηγούμενος τό Εϊ τις ευαγγελίζεται υμίν παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα, “Ουκ είπε”, φησίν, “εάν εναντία καταγγέλλωσιν η τό πάν ανατρέπωσιν”, άλλά καν μικρόν τι εναγγελίζωνται παρ’ ό παρελάβετε, “καν τό τυχόν παρακινήσωσιν, άνάθεμα έστωσαν”». Καί ό αύτός αυθις• «Οίκονομητέον, ένθα μή παρανομητέον» (Patrologia Orientalis,Tome XV, Αu Concile de Florence, σελ . 302-304).

Ό δέ άγ. Θεόδωρος ό Στουδίτης άναλύοντας τό έν λόγω χωρίο άναφέρει: «Εις γάρ νόμος εσται, φησί, καί εν εύαγγέλιον παρελάβομεν' καί δς έκ τοϋδε τοϋ εύαγγελίου καν τό τυχόν παρασαλεύσοι, καν άγγελος έξ ούρανοΰ, αρκεϊ σοι ή ασφάλεια. μή βασιλεύς μείζων αγγέλου; μή ούχί ό κοσμοκράτωρ έν τώ κόσμω μείζων πάντων τών κοσμοκρατορικώς κρατούντων δαιμόνων καί ανθρώπων, αλλ ούχί θεϊκώς; καί τί ό απόστολος; ανάθεμα εστω. άγγελοι ού τολμώσι παρασαλεΰσαι, ούδέ σαλεύοντες μένουσι μή αναθεματιζόμενοι, ώς ό διάβολος καί ή αποστατική αύτοϋ πληθύς. καί πώς άνθρωπος πας έν σαρκί ών, σαλεύων κάι καινοτομών, καί μάλιστα τοιαύτας καινοτομίας, ούκ αλλότριος θεοΰ;» (Φατ. έπιστ. 36 . Εύπρεπιανώ καί τοϊς σύν αύτώ, 103,72) . 

’Εδώ, οπως καταδεικνύεται άπό τά ϊδια τά λόγια του άποστόλου Παύλου, άλλά καί άπό τίς έρμηνείες τών αγίων πού παραθέσαμε, άναθεματίζονται αύτομάτως οσοι διδάσκουν αΐρετικές δοξασίες καί οσοι καινοτομουν ώς πρός τήν άποστολική πίστι καί Παράδοσι . Δηλαδή ή ϊδια ή αΐρεσις προξενεί τόν άναθεματισμό, έπειδή προσβάλλει τήν άληθινή πίστι . Τό οτι ό άπόστολος Παυλος στό σημείο αύτό άναφέρει τούς ϊδιους τούς Αποστόλους καί άκόμη τούς άγγέλους, σημαίνει διά της ύπερβολης αύτης, οτι πολύ περισσότερο άναθεματίζεται αύτομάτως ό’Επίσκοπος ό όποιος «γυμνή τη κεφαλή έπ’έκκλησίας» κηρύττει κάποια αΐρεσι . Σύμφωνα ομως μέ τήν δυνητική έρμηνεία του ύπό έξέτασιν ΐερου Κανόνος, ό ’Επίσκοπος αύτός οχι μόνον δέν άναθεματίζεται λόγω της αΐρέσεως, άλλά καί μνημονεύεται στά μυστήρια καί είδικά στή Θεία Λειτουργία καί άναγνωρίζεται ώς Επίσκοπος καί εχομε πλήρη έκκλησιαστική έπικοινωνία μετ’ αύτου, περιμένοντας ήσύχως καί έν ύπομονή τήν άπόφασι της Συνόδου. 

Αύτό σημαίνει, σύμφωνα μέ τήν δυνητική έρμηνεία η οτι ό ’Επίσκοπος έξαιρείται της άγιογραφικης αύτης έντολης ή οτι είναι άνώτερος τών Άποστόλων καί τών άγγέλων, δηλαδή είναι Θεός, διότι δέν ύπάρχει τίποτε άνώτερο άπό αύτούς . Εδώ λοιπόν ή δυνητική αύτή έρμηνεία άνατρέπει έκ θεμελίων όλόκληρη τήν άγ. Γραφή, θεοποιεί τόν ’Επίσκοπο μέ τρόπο έφάμιλλο ή καί άνώτερο του Παπισμου καί προσέτι μάς καθιστά ολους, διά της ύπακοης καί υποταγής είς αύτόν τόν αίρετικό ’Επίσκοπο, συνυπευθύνους ή συγκοινωνούς αύτου του άγιογραφικου άναθέματος, κατά τό «ο κοινωνων άκοινωνήτω άκοινώνητος εσται». Πόσο αραγε τραγικό καί έξωφρενικό είναι ό άπ Παυλος νά άναθεματίζεται αν διδάξη κάτι άντίθετο άπό τήν άληθινή πίστι καί ό κάθε σύγχρονος Επίσκοπος, μέ βάσι τήν δυνητική θεωρία του Κανόνος, αν διδάξη καί αύτός κάτι άντίθετο, όχι μόνο νά μήν άναθεματίζεται, άλλά άπεναντίας νά παραμένη είς τήν θέσι του, νά μνημονεύεται στά μυστήρια καί νά είναι είς τύπον καί τόπον Χριστου, νά ύπακούωμε είς αύτόν κλπ . Ό άπ. Παυλος έπίσης στήν έπιστολή του πρός τόν Τίτο, άναφέρει τά έξης διά τήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς: «αίρετικόν άνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοϋ, είδώς δτι έξέστραπται ό τοιοϋτος καί αμαρτάνει ών αντοκατάκριτος» (Τιτ. γ', 10,11) .

’Εδώ ό άπόστολος τών έθνών άναφέρει δύο σημαντικές άλήθειες, οί όποίες άφορουν τούς αίρετικούς .Ότι δηλαδή μετά άπό μία ή δύο νουθεσίες, σχετικές προφανώς μέ τήν μετάνοια καί έπιστροφή των, άπομακρυνόμεθα άπό αύτούς καί οτι ή άποδοχή της αίρέσεως καθιστά κάποιον αύτοκατάκριτον, δηλαδή καταδικασμένο έξαιτίας της άποδοχης της αίρέσεως . Σύμφωνα ομως μέ τήν δυνητική έρμηνεία του ύπό έξέτασιν ίερου Κανόνος, ό Επίσκοπος ό όποίος δημοσίως «επ’ εκκλησίας καί γυμνή τή κεφαλή» κηρύττει αΐρεσι, οΰτε αύτοκατάκριτος είναι (έως οτου καί έφ’ οσον πρέπει νά τόν καταδικάση Σύνοδος), οΰτε έξέστραπται (έφ’ οσον δυνάμεθα νά τόν άκολουθουμε καί νά τόν μνημονεύωμε χωρίς κίνδυνο συμμετοχης στήν αΐρεσι), οΰτε παραιτούμεθα άπό αύτόν (έφ’ οσον ύποτασσόμεθα εΐς αύτόν περιμένοντας ήσύχως καί έν ύπομονή τήν άπόφασι της Συνόδου) . Από αύτές τίς άναφορές εΐς τήν αγ. Γραφή καθίσταται σαφές οτι ή μέν δυνητική θεωρία του Κανόνος ειναι πλήρως καί έκ διαμέτρου άντίθετος εΐς τήν αγ. Γραφή, ένώ ή άποτείχισις άπό τόν αίρετικό ’Επίσκοπο ειναι άπολύτως σύμφωνος μέ τό γράμμα καί τό πνευμα της 

5. Τέλος ή δυνητική θεωρία της έρμηνείας του έν λόγω ίερου Κανόνος έρχεται σέ άντίθεσι μέ τήν απλη λογική σκέψι, έφ’ οσον αύτή δέν έχει έμπαθη κίνητρα καί συμφέροντα διά νά τοποθετηθη . Διότι πώς ειναι δυνατόν έκεΐνος ό όποΐος άποτειχίζεται άπό τόν αίρετικό ’Επίσκοπο καί ύφίσταται τίς συνέπειες της άποτειχίσεως καί της όμολογίας, νά άξιώνεται της πρεπούσης τιμης άπό τούς Ορθοδόξους καί άντιθέτως έκεΐνος ό όποΐος δέν άποτειχίστηκε άπό αύτόν τόν Επίσκοπο, δέν ύπέστη ούδεμία ταλαιπωρία διά τήν άποκατάστασι της άληθινης πίστεως, άλλά διηλθε τό διάστημα του διωγμου της πίστεως κατά τό δή λεγόμενο «άβρόχοις ποσί», άκολουθώντας καί συνοδοιπορώντας μέ τήν αΐρεσι καί τούς αίρετικούς καί άναμένοντας τήν άπόφασι της Συνόδου, όχι μόνο νά μήν τιμωρεΐται δι’ αύτήν τήν παθητική του στάσι καί άδράνεια, άλλά νά μήν αΐσθάνεται κάν τύψεις συνειδήσεως πρός μετάνοια, διότι τόν καιρό του άγώνος καί του διωγμου αύτός έκάθευδε καί έρεγχε Ή δυνητική έρμηνεία του ύπό έξέτασιν ίερου Κανόνος πέραν τών άλλων, γίνεται αΐτία εΐς τό νά καθησυχάζεται καί ή συνείδησίς μας, διότι ύποδεικνύει καί άλλη νόμιμη όδό κατά τό διάστημα της όμολογίας καί του διωγμου, έντελώς άντίθετη, πλήν ομως συνετή καί κυρίως χωρίς συνέπειες . 

Γίνεται έπίσης αΐτία, κατά τό διάστημα της αίρέσεως, διχασμου τών Ορθοδόξων, ώς πρός τόν τρόπο άντιμετωπίσεως της αίρέσεως καί δίδεται ή είκόνα οτι ή εύθύνη διά τήν άποκατάστασι της πίστεως δέν βαρύνει έξ ϊσου ολους κατ’ άναλογίαν της θέσεώς των, άλλά δύνανται άλλοι μέν νά διωχθουν καί νά ταλαιπωρηθουν καί άλλοι, νομίμως καί χωρίς έπιπτώσεις, νά συνοδοιπορουν μέ τούς αίρετικούς, άναμένοντες τήν άπόφασι της Συνόδου Γίνεται έπί πλέον αίτία νά δημιουργηθη ή έντύπωσις οτι τήν εύθύνη διά τήν διαφύλαξι της άληθινης πίστεως ό Θεός δέν τήν έναπέθεσε είς τούς Ορθοδόξους πού χρονικά ζουν κατά τήν διάρκεια της αίρέσεως, άλλά οτι αύτή είναι ύπόθεσις ίδική του η τών άγγέλων, όπότε δυνάμεθα ήσύχως καί έν ύπομονή νά άναμένωμε μία θαυματουργική έπέμβασι έξ ΰψους . 

Ή ίστορική ομως πραγματικότης διδάσκει τό έντελώς άντίθετο, οτι δηλαδή ό Θεός έπιτρέπει καί άνέχεται τήν αΐρεσι διά νά δοκιμασθουν ώς χρυσός έν χωνευτηρίω οί άληθινοί προσκυνηταί Του καί διά νά διαχωρισθη κατά τό δή λεγόμενο τό στάρι άπό τήν ηρα, δηλαδή οί ύπομείναντες τό βάρος καί τόν καύσωνα της ήμέρας, άπό τούς συμβιβασμένους, βολεμένους καί συνοδοιπόρους του κακου Καί βεβαίως μέ τήν απλή λογική γίνεται κατανοητό οτι άν άκολουθείτο κατά τήν διάρκεια της ίστορίας ή δυνητική έρμηνεία του Κανόνος αύτου, ούδεμία αΐρεσις θά είχε κατασταλη, οΰτε όμολογηταί θά ύπηρχον, οΰτε διωγμοί καί μαρτύρια τών ένισταμένων κατά της πλάνης, οΰτε φυσικά ή Ορθοδοξία, ή όποία πέραν τών άλλων είναι καρπός μαρτυρικών άγώνων, ή πρώτη έλπίδα διά τήν σωτηρία μας καί ό πρώτος στόχος του διαβόλου διά τήν άπώλειά μας . ’Εκτός βεβαίως άν διαπιστώσαμε στήν ίστορική πραγματικότητα μία τέτοια άδράνεια (έφησυχασμό) τών Ορθοδόξων καί συγχρόνως μία έξ ΰψους θαυματουργική έπέμβασι του Θεου πρός άποκατάστασιν της Ορθοδοξίας Ώς έκ τούτου γίνεται φανερό οτι ό πρώτος καί κύριος λόγος πού σήμερα δέν καταστέλλεται ή αΐρεσις του Οικουμενισμού, άλλά άπεναντίας σύν τω χρόνω έδραιώνεται καί νομιμοποιείται καί άμβλύνει τήν συνείδησι τών πιστών είναι ή έν τή πράξει έφαρμογή της δυνητικης έρμηνείας του Κανόνος αύτου . 

Αύτό σημαίνει οτι ή αύλαία της μαρτυρικης παραδόσεως διά τήν διαφύλαξι της πίστεως έκλεισε καί έφευρέθη άλλος τρόπος συνυπάρξεως έντός της ’Εκκλησίας, τών ’Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς καί τούς συνοδοιπόρους των κατά τόν τύπον της συνυπάρξε- ως τών Ορθοδόξων μέ τούς Παπικούς η τών Ορθοδόξων έντός του πσε Δηλαδή τά αγιογραφικά χωρία «έξέλθε- τε έκ μέσου αύτών καί αφορίσθητε...» (Β'Κορινθ. 6,17), «έλάλουν έν τοίς μαρτυρίοις σου έναντίον βασιλέων καί ούκ ήσχυνόμην» (Ψαλμ . 118,46), «στέλλεσθε από παντός ατάκτως περιπατοϋντος» (Β'Θεσ 3,6), «ούκ έκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος» (Ψαλμ . 25,4), «έμίσησα έκκλησίαν πονηρευομένων» (Ψαλμ . 25,5) καί τόσα άλλα άκυρώνονται διά της νεοεφευρεθείσης αύτης θεωρίας, καθώς έπίσης καί ολη ή Ορθόδοξος Παράδοσις ή οποία βοά διά τόν τρόπο άντιμετωπίσεως τών αίρετικών καί άντεισάγονται εις τήν θέσι αύτών ο νεοεποχίτικος συμβιβασμός καί ή συνοδοιπορεία καί συμπόρευσις μέ ολους καί ολα, τό ύπνωτικό της ύπακοης, ο δόλος της παραμονης εις τήν ’Εκκλησία καί βεβαίως ή διάκρισις διά τήν άποφυγή του σχίσματος καί ή τελική νίκη καί έπικράτησις της Αποστολικης διαδοχης εις βάρος της άληθινης καί ’Ορθοδόξου πίστεως . Θά ήδυνάμεθα εις τό σημείο αύτό νά έπεκτείνωμε τόν λόγο διά τόν παραλογισμό τόν οποίο εισάγει ή θεωρία αύτή εις τούς Ορθοδόξους, διά τήν σύγχυσι καί τόν άποπροσανα- τολισμό, διά τήν κατ’ ούσίαν δυτικοποίησι έν τή πράξει καί άπραξία τών ’Ορθοδόξων, διά τήν συμβολή της εις τή Νέα ’Εποχή καί τήν διαφθορά καί αύτου του λείμματος, διά τήν κατ’ ούσίαν ίεράν συμμαχία μέ τήν αΐρεσι κλπ . , πλήν ομως θά έξερχώμεθα τών όρίων της μικράς αύτης έργασίας, ή όποία ώς κύριο στόχο εχει τήν παρουσίασι της διαχρονικης Παραδόσεως της Εκκλησίας εις τό θέμα της άποτειχίσεως καί της διακοπης της μνηνονεύσεως του αίρετικου ’Επισκόπου. 

Ή περαιτέρω ομως έξέλιξις της αίρέσεως του Οικουμενισμού θά μάς πείση διά τό δέον γενέσθαι, διά τό οτι νίκη δέν ύπάρχει δίχως πόλεμο καί πόλεμος δέν γίνεται χωρίς νά εχης άπέναντι έχθρούς, άλλά τούς έχθρούς νά τούς άντιμετωπίζης ώς φίλους καί μάλιστα, οταν σύμφωνα μέ κοινή όμολογία, εύρίσκονται έντός τών τειχών, νά τούς άποδίδης δέ καί τό άξίωμα του άρχηγου της παρατάξεως Κυρίου. Τά ύπόλοιπα έπιχειρήματα οσων άντιστρατεύονται στήν έποχή μας εις τήν άποτείχισι καί τήν διακοπή της μνημονεύσεως θά τά διέλθωμε ώς έν παρόδω . Διότι άφ’ ένός μέν τά άναφερθέντα έθεωρήθησαν τά βασικώτερα καί αύτά πού κατά κόρον καί ώς έκ συμφώνου άκούγονται, άφ’ έτέρου δέ διότι κάτι πού, οπως άνεφέρθη, άντιστρατεύεται καί μάχεται τήν ίδια τήν αγ. Γραφή, είναι παράδοξο νά προσπαθουν καί μάλιστα οί άντιοικουμενιστές, νά τό στηρίξουν έκκλησιαστικά καί θεολογικά, ώς γραμμή της ’Εκκλησίας έν καιρω αίρέσεως . Αύτά λοιπόν τά έπιχειρήματα είναι τά έξης: 

δ. Το οτι θά μνημονεύουμε «αχρι καιρου» μέ τελευταίο οριο τό «κοινό ποτήριο». 

Αύτό τό έπιχείρημα φαίνεται έξωτερικά οτι δέν άναιρεί « τόν 15ον ίερό Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, διότι τό «αχρι καιρού» δηλώνει οτι κάποτε θά έπέλθη ό καιρός της διακοπης της μνημονεύσεως . Τό «αχρι καιρου», ομως, αν τό μεταφέρωμε στήν πρακτική τών Πατέρων, θά τό μεταφράζαμε μόνο καί μόνο ώς έκκλησιαστική Οικονομία . Άλλ’ ομως ή έκκλησιαστική οικονομία, έλάχιστες φορές χρησιμοποιήθηκε (όταν έπρόκειτο περί αίρέσεως) καί αύτές τίς φορές γιά έλάχιστο χρόνο, καί κυρίως όταν ύπηρχε άμφιβολία η έλπίδα μετανοίας τών αίρετικών.Ώς έκ τούτου στήν πράξι σήμερα τό «άχρι καιρου» μεταφράζεται «είς αίώνα αίώνος» 

Διότι, όταν χρειάζεται κάποιος νά δώση τήν όμολογία του καί νά ύποστη τίς συνέπειές της, καί αύτό συνεχώς τό άναβάλλει καί δέν τό πράττει, είναι φυσικό νά μήν τό πράξη ποτέ . Όπότε τό «άχρι καιρου» καταντά μία δικαιολογία, όπως κάποιες πρόχειρες δικαιολογίες περί άσθενείας, νοσηλείας πού καταθέτωμε είς τό δικαστήριο προκειμένου νά ζητήσωμε άναβολή διά κάποια δίκη . 

Τό δέ «κοινό ποτήριο» είναι πάλι όριο τό όποίον αύθαιρέτως έθέσαμε έμείς, ένώ οΰτε ό ύπό έξέτασιν ίερός Κανών, οΰτε κάποιος άλλος πού άναφέρεται στήν σχέσι τών Ορθοδόξων μέ τούς αίρετικούς άναφέρει κάτι τέτοιο ."Ολοι οί ίεροί Κανόνες άναφέρονται στήν έξέτασι του φρονήματος τών αίρετικών, προκειμένου νά εχωμε μέ αύτούς έκκλησιαστική έπικοινωνία 

ε'. Τό επιχείρημα ότι δέν μολυνόμεθα, ούτε συμμετέχομε εις τήν αιρεσι, άν δέν άποτειχιστούμε, εφ’ όσον εχομε ορθόδοξο φρόνημα

Μέ αύτό τό έπιχείρημα δηλώνεται ότι ή πίστις μας είναι προσωπική καί δέν εχει έκκλησιαστικές διαστάσεις, οΰτε φυσικά εϊμεθα μέλη ένός σώματος όμοπίστου καί όμοτρόπου, άλλά είναι σάν νά άνήκωμε σέ ενα σύλλογο η τό πολύ πολύ σέ μία προτεσταντική όμάδα είς τήν όποία ό καθένας καί είδικά ό ’Επίσκοπος δύναται νά πιστεύη ό,τι θέλει, χωρίς νά έπηρεάζη ή πίστις του τούς άλλους . 

Αύτό όμως κατ’ούσίαν είναι αΐρεσις, διότι είς τήν Ορθοδοξία ύπάρχει ένότης πίστεως καί μάλιστα άποστολικης καί ορθοδόξου, ύπάρχει Παράδοσις άπό τήν όποία οποιος παρεκκλίνει καθίσταται πάλι αιρετικός, ύπάρχουν οι ιεροί Κανόνες καί οι αγιοι πού καθορίζουν τό πότε μολυνόμεθα καί πότε καί πώς συμμετέχομε εις τήν αιρεσι. Είναι ώσάν νά λέγη κάποιος οτι έγώ πιστεύω, καί δέν μπορεΐς νά μέ κατηγορήσης οτι έγώ άρνούμαι τόν Θεό η άποδέχομαι τήν αιρεσι παρά μόνον αν τό διακηρύξω μέ τά λόγια . 

Οι Πατέρες ομως καθώρισαν οτι άρνούμεθα τόν Θεόν η άποδεχόμεθα κάτι όχι μόνον διά τών λόγων άλλά καί διά τών έργων, άκόμη καί δι’ ένός νεύματος καί διά της σιωπης .Έτσι, μπορεΐ νά μήν άρνούμεθα λεκτικά τήν πίστι η τόν Θεό, άλλά διά τών πράξεών μας, πού είναι τό ί'διο . Συνεπώς τό νά καθορίζη κάποιος ιδιωτικώς η ιδιορρύθμως καί μάλιστα διά σοβαρά θέματα πίστεως, είναι καθαρός Προτεσταντισμός . 

’Επί πλέον δέ τό νά καθορίζη κάποιος κάτι τό όποΐον δέν άποτελεΐ μέν Παράδοσι της ’Εκκλησίας, πλήν ομως αύτό τό πράττει ώς κάτι τό ύπερβολικό άπό ύπερβάλλουσα άγάπη πρός τόν Θεό καί μέ θυσία τού ίδίου τού έαυτού του, οπως συνέβη π .χ. μέ τούς αύτόκλητους μάρτυρας καί τήν ύπερβάλλουσα ασκησι τών αγίων άσκητών καί άναχωρητητών, αύτό άνέκαθεν έθεωρήθη ώς αγιότης καί άκροτάτη άρετή . "Οταν ομως, έκ τού άντιθέτου, κάποιος νομοθετεΐ κάτι πού έχει σχέσι μέ τήν στάσι καί τοποθέτησί του άπέναντι σέ σοβαρά θέματα πίστεως, όχι μέ σκοπό νά θυσιάση η νά ύποστη οιαδήποτε προσβολή, άλλά νά βολευθη καί νά διέλθη τόν καιρό τού άγώνος ρέγχων καί ρεμβόμενος καί μάλιστα αύτό νά τό θεωρη διάκρισι καί σύνεσι, τότε πρέπει νά θεωρηθούν τά της ’Εκκλησίας ανω κάτω, ή άρετή κακία καί ή κακία άρετή, ό συμβιβασμός καί ή άπραξία διάκρισις καί σύνεσις, ή ύπακοή στήν παρανομία άρετή ένώ ή άνυπακοή σ’αύτή θανάσιμο αμάρτημα, κ . ο . κ "Ολα αύτά δυστυχώς συμβαίνουν οταν αύτοβούλως τοποθετούμεθα μέ σκοπό τήν κάλυψι καί προστασία τού έαυτού μας . 


στ. Ο φόβος μήπως καταλήξωμε ώσάν τίς παρατάξεις καί τά σχίσματα τών Παλαιοημερολογιτών

Αύτό τό έπιχείρημα εχει μία εύλογοφάνεια, διότι η, όντως τό λεγόμενο Παλαιό Ημερολόγιο, οπως σήμερα παρουσιάζεται μέ τίς έσωτερικές του διαιρέσεις καί τά σχίσματα καί ολα τά άλλα του προβλήματα, δέν είναι δυνατόν νά άποτελη πρότυπον όρθης έκκλησιαστικης άποτειχίσεως . Δέν παύει ομως καί αύτό τό έπιχείρημα νά άποτελη μία εξυπνη, πλήν ομως πρόχειρη, προφασιολογία διά τούς έξης λόγους: 

1 . Τά σχίσματα όντως τά φοβούμεθα, έφ’ οσον είμεθα σέ όρθόδοξο εδαφος, εχουμε δηλαδή ένότητα πίστεως, Ορθοδοξία, όρθοπραξία καί δέν μάς κατατρώγει ή αϊρεσις . Τήν στιγμή, ομως κατά τήν όποία ή αϊρεσις του Οίκουμενισμου εχει διαβρώσει τά πάντα, οταν έμείς φοβούμεθα τά σχίσματα, είναι σάν νά ένδιαφερώμεθα π .χ. νά μήν μάς κατασπαράξη ό λύκος, ένώ ηδη εύρισκόμεθα στό στόμα του λέοντος

2 .’Εφ’ οσον φοβούμεθα όντως τά σχίσματα θά επρεπε νά προσέξωμε ίδιαιτέρως είς τό νά κάνωμε σωστή άποτείχισι, ή όποία δέν είναι άλλη άπό αύτή πού διδάσκει ή διαχρονική Παράδοσις της ’Εκκλησίας . Φοβούμενοι ομως τά σχίσματα καί συγχρόνως παραμένοντας είς τήν αϊρεσι, δέν προστατευόμεθα άπό τό κακό, άλλά περιπίπτομε σέ μεγαλύτερο.

3. Μέ τό νά προτάσσωμε ώς δικαιολογία τά σχίσματα διά τήν έπ’ άόριστον άναβολή της άποτειχίσεως, ένώ συγχρόνως εύρισκόμεθα έν πλήρει έκκλησιαστική κοινωνία μέ τήν αϊρεσι του Οίκουμενισμου, δέν κάνομε τίποτε άλλο άπό αύτό πού διδάσκουν οί Οίκουμενιστές, οί όποίοι καί αύτοί προτάσσουν τήν Άποστολική διαδοχή είς βάρος της Ορθοδόξου πίστεως . Τό σχίσμα καί ή αϊρεσις εχει τήν ί'δια θέσι, σειρά καί σχέσι τήν όποία εχει καί ή Άποστολική διαδοχή καί ή Ορθόδοξος πίστις . Καί τό μέν σχίσμα προσβάλλει τήν Αποστολική διαδοχή, μέ τό νά μήν άναγνωρίση κάποιος κληρικός τόν ορθόδοξο ’Επίσκοπο καί νά κάνη παρασυναγωγή. 

Ή αϊρεσις δέ προσβάλλει τήν Ορθόδοξο πίστι καί ώς εκ τούτου μάς χωρίζει αύτομάτως άπό τόν Θεό. Καί ύπάρχουν μέν στήν εκκλησιαστική ιστορία καί επαινετά σχίσματα, οπως αύτό τό λεγόμενο των Ίωαννιτων, τό όποΐο επαινεΐ ύπερβαλλόντως άπό τήν εξορία ό άγ. Ιωάννης ό Χρυσόστομος καί κατατάσσει τούς άκολουθούντας αύτό καί χωρισμένους άπό τόν διάδοχό του Πατριάρχη Αρσάκιο μεταξύ των άγίων καί όμολογητων ύπάρχουν δέ καί άλλα τά όποΐα θά τά κρίνη ό Θεός ώς πρός τήν προαίρεσι αύτων πού τά εκαναν, οπως τό λεγόμενο Αντιοχειανό σχίσμα, των Αρσενιατων, τό μεταξύ των άγίων ’Ιγνατίου καί Φωτίου, κλπ . 

Καμμία ομως αϊρεσις δέν επαινέθηκε ποτέ, οΰτε κάποιος άγιος είπε κάτι λιγότερο ή ήπιότερο άπό τό οτι ή άποδοχή της αιρέσεως σέ χωρίζει αίωνίως άπό τόν Θεό 

4 . Τέλος τό οτι φοβούμεθα τά σχίσματα του Παλαιού Ημερολογίου ενω εύρισκόμεθα εν πλήρει εκκλησιαστική κοινωνία μέ τήν αϊρεσι, άποδεικνύει τόν μινιμαλισμό πού άποδίδομε στήν αϊρεσι, τήν ελλειψι θεολογικης καταρτίσεως, τήν ελλειψι διαθέσεως γιά θυσία καί τήν συμπόρευσι στήν πανθρησκεία της Νέας ’Εποχης . 

ζ’.'Η θεωρία της συντεταγμένης άποτειχίσεως μέ τούς στρατηγούς πρωτοστάτας εις αύτήν. 

Η θεωρία αύτή πού άκούγεται άπό μερικούς ώς δικαιολογία διά τήν επ’ άόριστον άναβολή της άπο¬τειχίσεως δέν θά επρεπε κάν νά άναφερθη είς τήν παρουσα μελέτη, διότι δέν εχει καμμία σοβαρότητα καί θεολογικό ύπόβαθρο, άλλά άποδεικνύει τήν πανουργία πρός εξεύρεσι δικαιολογιών καί άναβολή της δυναμικης άντιμετωπίσεως της αίρέσεως κατά τήν λαϊκή εκφρασι «οποιος δέν θέλει νά ζημώση, δέκα μέρες κοσκινίζει» . 

Εις αύτήν έν ολίγοις άναφέρομε τά έξης

1 .Ή θεωρία αύτή άποδεικνύει τόν φόβο καί τόν τρόμο πού μάς διακατέχει ώς πρός τίς έπιπτώσεις πού πρέπει νά ύποστουμε σηκώνοντας, εις τά θέματα της όμολογίας της πίστεως, τόν σταυρό του Κυρίου. Οί έπιπτώσεις δέ αύτές είναι καθαιρέσεις, περιθωριοποίησις, σύνταξις μετά τών ολίγων η έλαχίστων, δυσφήμισις καί μομφή περί πλάνης καί έξόδου άπό τήν ’Εκκλησία, στέρησις τιμών καί έπαίνων, άποβολή της έπισκοπικης προστασίας καί ομπρέλας καί κυρίως άλλαγή της θεολογίας καί της νοοτροπίας μας . 

2 . Διά νά άποκτήση εις τήν Ορθοδοξία κάποιος τήν ιδιότητα καί τόν τίτλο του στρατηγου πρέπει νά φέρη έπάνω του τά στίγματα του Χριστου, τά όποία άπέκτησε μαχόμενος, εϊτε κατά του διαβόλου, εϊτε κατά τών έχθρών της πίστεως . Τά στίγματα αύτά προέρχονται άπό τούς διωγμούς, τίς κακουχίες καί τά μαρτύρια καί προσέτι άπό τήν αγιότητα καί καθαρότητα του βίου . Τότε μόνον άποκτά κυρος ή όμολογία του, έπειδή γίνεται δι’ εργων καί λόγων καί δύναται νά τόν έμπιστευθουν οί Ορθόδοξοι καί νά θεω¬ρήσουν τήν στάσι του ύπόδειγμα καί πρότυπο πρός μίμησι . Αύτός δηλαδή θυσιάζεται διά τήν πίστι καί οί Ορθόδοξοι τόν άκολουθουν εις τήν θυσία 

3. Ή άναγόρευσις κάποιου εις τήν θέσι του στρατηγου, έπειδή φέρει κάποιους τίτλους καί πτυχία η έπειδή άνθίστα- ται διά τών λόγων (προφορικών η γραπτών) εις τήν αΐρεσι η έπειδή (τό χειρότερο) μάς έξυπηρετεί εις τό νά τόν εχωμε στρατηγό, πλήν του οτι άντιστρατεύεται σέ όλόκληρη τήν Ορθόδοξο Παράδοσι, άποδεικνύει τήν έπίδρασι της Δύσεως στήν άντιμετώπισι πολύ βασικών θεμάτων της πίστεως, τόν ορθολογισμό καί τήν μετάθεσι της έλπίδος μας άπό τόν Θεό στούς άνθρώπους, τήν λανθασμένη έπιλογή ή όποία στηρίζεται όχι σέ κριτήρια άγιότητος άλλά σέ κριτήρια κοσμικά, τήν προχειρότητα πού μάς διακατέχει σέ τόσο σοβαρά θέματα καί τήν άνευθυνότητα βεβαίως καί άδυναμία νά βοηθήσωμε είς τήν κατάσβεσι της αίρετικης πυρκαϊάς .

Ή άναγνώρισις ώς πνευματικών στρατηγών διά τήν καταπολέμησι τών αίρέσεων της έποχης των, τών άγίων Άθανασίου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Μαξίμου του όμολογητου, Θεοδώρου του Στουδίτου, Μάρκου του Εύγενικου, Γρηγορίου του Παλαμά κλπ . εγινε άφου αύτοί οί άγιοι εδωσαν εμπρακτες άποδείξεις περί του οτι ήσαν σύμψυχοι καί όμότροποι τών άγ. Άποστόλων καί τών όμολογητών της πίστεως 

4 . Διά της θεωρίας της συντεταγμένης άποτειχίσεως γίνεται μία φρικτή διαστρέβλωσις της πραγματικότητος . ’Ενώ δηλαδή ή άποτείχισις είναι ή άπαρχή τών άγώνων της πίστεως, ή εμπρακτη άπόδειξις οτι άνήκομε σέ αλλο στρατόπεδο άπό αύτό τών αίρετικών, προκειμένου νά πο- λεμήσωμε τούς έχθρούς της παρατάξεως του Κυρίου, έμείς αύτοβούλως τό μεταθέσαμε είς τό τέλος (ή καί μετά τό τέλος), δηλαδή ώς ένα εσχατο οπλο καί μία φοβέρα πρός τούς Οίκουμενιστές, οί όποίοι πέραν του οτι δέν τό φοβουνται, έπειδή γνωρίζουν καλύτερα άπό έμάς τήν προαίρεσί μας, γνωρίζουν προσέτι οτι καί αύτό πού εχωμε ύπ’ όψιν μας νά τό χρησιμοποιήσωμε έπιθανατίως (ή μεταθανατίως) δέν θά τό κάνωμε, έπειδή δέν τό κάνομε οταν χρειάζεται καί οταν αύτό εχει άξία . Πέραν τούτων τό μέλλον μας είναι άβέβαιο καί δέν γνωρίζομε αν θά προλάβωμε νά πραγματοποιήσωμε τήν άποτείχισι ή θά μάς εύρη ό θάνατος έν πλήρει έκκλη¬σιαστική κοινωνία μετά της αίρέσεως . 

5. Τέλος ή θεωρία περί συντεταγμένης άποτειχίσεως άποδεικνύει οτι ζητουμε προστασία στήν δύναμι του πλήθους, οτι θέλομε ή άποτείχισις νά γίνη έκ του άσφαλους, δηλαδή χωρίς έπιπτώσεις, οτι δέν ένδιαφερόμεθα διά τήν τωρινή συμμετοχή μας εΐς τήν αΐρεσι, καί βεβαίως δέν κατανοουμε τίποτε άπό αύτά πού ένήργησαν οί άγιοι καί όμολογητές της πίστεως σέ άναλόγους περιπτώσεις .


η. Ό φόβος τών πνευματικών επιπτώσεων (ποινών, καθαιρέσεων, στερησεως μυστηρίων κλπ.)

Τo έπιχείρημα αύτό άποδεικνύει οτι προτάσσομε τήν ίερωσύνη καί τά μυστήρια καί ύποτάσσομε εΐς αύτά τήν ’Ορθόδοξο καί άληθινή πίστι . Αποδεικνύει έπίσης οτι προτιμουμε νά παίρνωμε τά μυστήρια άπό θολές καί βρώμικες πηγές, παρά νά τά στερηθουμε, προκειμένου νά μετέχωμε καί έμεΐς στό μυστήριο της όμολογίας, της θυσίας καί νά έπικοινωνουμε μέ τόν Κύριο συμμετέχοντας καί σηκώνοντας τόν σταυρό Του. 

Αποδεικνύει έπίσης οτι εϊμεθα θιασώτες του έξωτερικου χριστιανισμου, κατά τόν όποΐο πρέπει νά συμμετέχωμε στά μυστήρια, νά εϊμεθα ένωμέ- νοι μέ τούς πολλούς καί νά κάνωμε κάποια συγκεκριμένα καθήκοντα . Αποδεικνύει τέλος οτι έχομε κάνει σύγχυσι του καιρου της εΐρήνης καί του καιρου του πολέμου εΐς τήν Εκκλησία Μάς διαφεύγει τελείως τό οτι κατά μέν τόν καιρό της εΐρήνης συμμετέχομε εΐς τά μυστήρια οταν καί οπως πρέπει, κατά δέ τόν καιρό του πολέμου, λόγω έξωτερικού διωγμου άπό τούς άπίστους ή έσωτερικου άπό τούς αίρετικούς, συμμετέχομε στά μυστήρια άξίως, μόνον καί έφ’οσον όμολογουμε καί κρατουμε τήν άληθινή πίστι διά λόγων καί έργων

Εΐδάλλως ειναι ματαία ή καί έπιβλαβής κάθε συμμετοχή στά μυστήρια, ή όποία γίνεται εΐς βάρος της πίστεως καί μέ τήν παραμικρά διάθεσι συμβιβασμου ή δειλίας . Αύτά τουλάχιστον ειναι καταγεγραμμένα άπό τούς αγίους οί όποΐοι έδίδαξαν οτι ύπάρχει πλήρης διαχωρισμός του καιρου της είρήνης άπό τόν καιρό του πολέμου καί διωγμου είς τήν ’Εκκλησία. 

θ'. Τό επιχείρημα οτι οί λαϊκοί δέν άποτειχίζονται, άλλά μόνον οί κληρικοί, οί όποιοι καί μνημονεύουν

Οί λαϊκοί συνεπώς άκολουθουν καί συντάσσονται μέ τούς άποτειχισμένους κληρικούς . 

Μέ αύτό τό έπιχείρημα δηλώνονται τά έξης:  

1 .’Εφ’ οσον οί λαϊκοί δέν άποτειχίζονται, άλλά οί κληρικοί, σημαίνει οτι αύτοί δέν μολύνονται άπό τήν αΐρεσι καί τρόπον τινά ή αΐρεσις αύτούς δέν τούς άγγίζει . 

2 . Ο μολυσμός άπό τήν έπικοινωνία μέ τήν αΐρεσι με-ταδίδεται μόνο είς τά άνώτερα στρώματα, στίς κεφαλές η καλύτερα στούς εχοντας τά έκκλησιαστικά άξιώματα . 

3 .'Ότι οί λαϊκοί εμειναν άπροστάτευτοι άπό τούς αγίους καί τήν διαχρονική Παράδοσι της ’Εκκλησίας είς τό θέμα αύτό καί είναι καταδικασμένοι νά ύποτάσσωνται είς τήν αΐρεσι, έφ’οσον δέν εύρεθουν κληρικοί νά άποτειχισθουν. 

4 . "Ότι τέλος, έφ’ οσον δύνανται νά άκολουθήσουν άλλη όδό έν καιρω αίρέσεως, είναι άνεύθυνοι διά τήν έξέλιξι καί πορεία της αίρέσεως καί τήν κατάσβεσι της αίρετικης πυρκαϊάς καί κατά κάποιον τρόπο δέν θά έλεχθουν, οΰτε θά δώσουν λόγο στόν Θεό δι’ αύτήν τους τήν στάσι . Αύτά ολα βεβαίως δέν ίσχύουν καί μόνον άν άναλογισθουμε οτι άνέκαθεν ό λαός έθεωρήθη ό τελευταίος φύ¬λακας της πίστεως, τό οχυρό έκείνο πού άν πέση χάνεται ό πόλεμος καί νικά ό έχθρός κατά κράτος . Πώς ομως είναι ό τελευταίος φύλακας της πίστεως, τήν στιγμή πού έξαρτάται άπό τήν άποτείχισι τών κληρικών καί άν αύτή δέν ύπάρξη, καταθέτουν πάραυτα τά οπλα; Πώς πάλι θά κρατήσουν τό άξίωμα καί τήν θέσι του φύλακος, άν δέν εχουν μία αύτονομία καί άνεξαρτησία νά κινηθουν ένστικτωδώς καί αύτοβούλως, έφ’ οσον προδίδεται ή πίστις; Ύπάρχει άραγε εύθύνη, έφ’ οσον κάποιος δέν μπορεί νά άντιδράση στό κακό, άλλά έξαρτάται άπό τήν άντίδρασι κάποιων άλλων; 

Περιττό βεβαίως νά άναφέρωμε οτι ή ΐστορία της ’Εκκλησίας είναι γεμάτη άπό άποτειχίσεις λαϊκών (πολλές άπό τίς όποίες προαναφέραμε) καί μάλιστα πολλές φορές αύτοί παρακινουν, στηρίζουν καί προστατεύουν τούς κληρικούς είς τήν ίδική των άποτείχισι . Ώς έπισφράγισμα είς αύτό τό έπιχείρημα θά άναφέρω¬με τά λόγια του Πατριάρχου Αθανασίου του Β' πρός τούς Κυπρίους λαϊκούς διά τήν άποτείχισι άπό τούς κληρικούς των, οΐ όποίοι είχαν ύποταχθη στούς λατίνους κατακτηές τόν 12ο καί 13° αίώνα . «Επισκήπτομαι πασι τοϊς έν τμ Κύπρω λαϊκοίς, όσοι τής καθολικής Εκκλησίας έστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν δλω ποδί από τών ύποπεσόντων ιερέων τμ λατινικμ ύποταγμ, καί μηδέ είς έκκλησίαν τούτοις συνάγε¬σθαι, μηδέ εύλογίαν έκ τών χειρών αύτών λαμβάνειν τήν τυχοΰσαν κρείσσον γάρ έστιν έν τοίς οϊκοις ύμών τώ θεώ προσεύχεσθαι κατά μόνας, μ έπ’ έκκλησίας συνάγεσθαι με¬τά τώνλατινοφρόνων εί δ’ ονν, τήν αύτήν αύτοίς ύφέξετε κόλασιν» (Ιωσήφ Βρυεννίου, Τά Ευρεθέντα, τόμ . Β', σελ. 26) . 

ι'. Τό επιχείρημα οτι ο Οικουμενισμός δέν εχει καταδικασθή υπό Συνόδου ως αίρεσις, καί ως εκ τούτου δέν αποτελεί καταδικασμένη αίρεσι

Εδώ ϊσως θά επρεπε νά προσθέσωμε οτι οχι μόνο δέν Vr εχει καταδικασθη ώς αίρεσις, άλλά καί οτι εχει έπαι- νεθη δημοσίως εύκαίρως άκαίρως, συνοδικώς καί κατ’ ίδίαν άπό τούς Επισκόπους, ώς γνήσιο πνευμα της Ορθοδοξίας, ώς Ορθοδοξία άπεγκλωβισμένη άπό τό περιθώριο καί τήν άπομόνωσι, άπό τήν αύτάρκεια καί τόν ναρκισσισμό, ώς Ορθοδοξία κηρύττουσα τήν άγάπη καί τήν καταλλαγή . ’Εδώ συμβαίνει άκριβώς ο,τι συνέβη καί σέ άλλες αίρέσεις, οπως τόν Μονοφυσιτισμό καί τήν Εικονομαχία, οί οποίες κατ’ άρχάς οχι μόνο δέν καταδικάσθηκαν άπό ορθόδοξο Σύνοδο, άλλά άπεναντίας έπικυρώθηκαν άπό αίρετική . 

Πρός αύτά έχομε νά άναφέρωμε τά έξης

1 . Τό οτι ο Οικουμενισμός δέν έχει καταδικασθη ώς αΐρε¬σις άναφέρεται άπό τούς άντιοικουμενιστές ώς δικαιολογία διά τήν άποφυγή της άποτειχίσεως καί τών συνεπειών της, διότι οί οικουμενιστές άναφέραμε τόν θεωρουν πρόοδο καί άπεγκλωβισμό άπό τίς άγκυλώσεις του παρελθόντος . Πλήν ομως, έπειδή καταργεί εύθέως πληθος εύαγγελικών έντολών καί ίερών Κανόνων (ο,τι δηλαδή άναφέρεται στή σχέσι μέ τούς αίρετικούς καί τήν συνοδοιπορία σέ έκκλη- σιαστικό έπίπεδο μέ ολους), καί έπί πλέον εισάγει νέες διδασκαλίες καί έρμηνείες, δέν χρειάζεται σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τών αγίων κάποια καταδίκη διά νά άποτειχι- σθουν οί ’Ορθόδοξοι, οϋτε κάποιον καινούργιο άναθεματι- σμό διά τούς νέους αύτούς καινοτόμους καί εύαγγελιστάς . 

2 .Ή φύσις καί ή διδασκαλία του Οικουμενισμου είναι τέτοια, ώστε άπαιτεί τόν συναγελασμό, τήν συνύπαρξι, τόν συμφυρμό καί τήν άλληλοπεριχώρησι τών Ορθοδόξων μετά τών αίρετικών. Οί αίρετικοί ομως αύτοί (π.χ. Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες) έχουν καταδικασθη άπό πληθος Συνόδων καί αγ. Πατέρων καί ώς έκ τούτου είναι καταδικασμένη καί κάθε έπικοινωνία σέ έκκλησιαστικό έπίπεδο μέ αύτούς Δηλαδή κοντολογίς ο Οικουμενισμός διδάσκει έπικοινωνία καί συνύπαρξι μέ τούς αίρετικούς, ένώ οί Πατέρες καί οί Σύνοδοι διδάσκουν άπομάκρυνσι 

3 . Αναφέρθηκε καί κατά κόρον έτονίσθηκε οτι ή συνο-δική καταδίκη μίας αίρέσεως δέν άποτελεί τήν έναρξι του άγώνος της άποτειχίσεως άλλά τό τέλος .’Έχει δέ τή θέσι της είς τήν προκειμένη περίπτωσι (ή συνοδική καταδίκη) μόνον καί έφ’ όσον άναζωπυρωθη πάλι ή αΐρεσις (όπως συνέβη σέ όλες σχεδόν τίς μεγάλες αίρέσεις της έκκλησιαστικης ιστορίας, μηδέ έξαιρουμένου καί αύτου του Παπισμου, ό όποίος καταδικάσθηκε στήν έπί Μ . Φωτίου Σύνοδο του 879) • Η Παράδοσις όμως της ’Εκκλησίας, τήν όποία έπαρουσιάσαμε διδάσκει ότι μόλις έδιδάσκετο «γυμνμ τμ κεφαλμ έπ’ ’Εκκλησίας» κάποια αΐρεσις άπό ’Επισκόπους καί Πατριάρχες (π .χ. Νεστόριος, Είκονομαχία) οί Ορθόδοξοι πάραυτα άπετειχίζοντο άπό αύτούς, διά νά παραμείνουν Ορθόδοξοι, χωρίς φυσικά νά άναμένουν τήν άπόφασι Συνόδου. Ώς έκ τούτου τό πληθος τών ίερών Κανόνων, πού άναφέρονται είς τήν σχέσι τών Ορθοδόξων μετά τών αίρετικών, άπαιτουν άπομάκρυνσι τών Ορθοδόξων άπό οίονδήποτε εχει αιρετικό φρόνημα καί οχι τήν άναμονή καί τήν άπόφασι της Συνόδου. 

4 . Άν άντιληφθουμε καί κατανοήσωμε έσχατολογικώς τήν αΐρεσι του Οίκουμενισμου, είναι μάταιο νά περιμένωμε άπόφασι Συνόδου καί έπαναφορά συνοδική είς τήν Ορθοδοξία, έφ’ όσον κατά κοινήν όμολογία καί διδασκαλία της Αποκαλύψεως καί τών Πατέρων περί τών έσχάτων, όλα θά βαδίζουν πρός τό χειρότερο, ή ’Εκκλησία διά τών έκπροσώπων της θά συμβιβασθη καί θά προδώση, οί άγιοι θά ήττηθουν, οί Ορθόδοξοι θά διαβιώνουν στίς έρήμους καί στά βουνά, ή ’Εκκλησία θά διασωθη είς τήν ερημο, οί πλείστοι τών ορθοδόξων κληρικών καί λαϊκών θά σφραγισθουν καί έπισήμως θά προσκυνήσουν τόν Αντίχριστο

Είς τό νά θεωρήσωμε έσχατολογικά τήν αΐρεσι του Οίκουμενισμου συντείνουν τά έξης: Ή διαιώνισις της αίρέσεως (σχεδόν ενας αίώνας παρηλθε άπό τήν εναρξί της), ή έπί τά χείρω πορεία της (διαρκώς άποκαλύπτει τό πρόσωπό της καί πλησιάζει περισσότερο τούς αίρετικούς καί τούς άλλοθρήσκους), ή διδασκαλία της, πού ταιριάζει άριστα μέ τή Νέα ’Εποχή καί τήν παγκοσμιοποίησι καί τέλος οι φορεΐς της αιρέσεως, δηλαδή οι ’Επίσκοποι, οι όποΐοι έπιλέγονται νά είναι ανθρωποι χλιαροί στήν πίστι καί ένδοτικοί, δειλοί καί αφωνοι καί κατά πάντα άκολουθούντες καί συμφω- νούντες μέ τίς ιδέες της Νέας ’Εποχης καί της παγκοσμιο- ποιήσεως . 

Ώς έκ τούτου τό νά άναμένη κάποιος άπόφασι Συνόδου διά τήν καταδίκη της αιρέσεως προκειμένου ν’ άποτειχισθη, είναι ώσάν νά άναμένη άπόφασι της άστυνομίας διά νά έξέλθη της οικίας του, ένώ γίνεται σεισμός καί ολα γύρω του σαλεύονται καί κατακρημνίζονται . Συνεπώς τό έν λόγω έπιχείρημα άποτελεΐ μία δικαιολογία γιά τήν άπραξία μας, καί ενα αλλοθι, ύπνωτικό θά λέγαμε, διά νά προχωρούν περαιτέρω καί νά έφαρμόζουν τά σχέδιά των οι Οικουμενιστές 

5. Τέλος, ή αιρεσις τού Οικουμενισμού έχει καταδικασθη άπό ολους τούς συνειδητούς ’Ορθοδόξους (κληρικούς, θεολόγους, μοναχούς καί λαϊκούς) καί μάλιστα έχει χαρακτηρισθη ώς παναίρεσις, προφανώς έπειδή δέν προσβάλλει μόνο ενα συγκεκριμένο δόγμα (π .χ. της Μίας, Αγίας, Καθολικης καί Άποστολικης ’Εκκλησίας) άλλά άλλοιώνει, άκυρώνει καί διαστρέφει πλεΐστα οσα χωρία της Άγ. Γραφης, άκυρώνει πληθος ιερών Κανόνων (οι όποΐοι μάλιστα έχουν δογματικό χαρακτηρα), άλλοιώνει έκ θεμελίων τήν Παράδοσι της Εκκλησίας, έκκοσμικεύει τήν ’Εκκλησία καί κοντολογίς προετοιμάζει τό έδαφος, άπό έκκλησιαστικης πλευράς, διά τόν έρχομό της Νέας ’Εποχης καί τού Άντιχρίστου . 

Αύτή ή καταδίκη τού Οικουμενισμού άπό τούς συνειδητούς Ορθοδόξους είναι ή προβλεπομένη άπό τόν 15ον ιερό Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, διότι οι συνειδητοί αύτοί Ορθόδοξοι έστηρίζοντο εις τήν διαχρονική Παράδοσι της ’Εκκλησίας καί αρα ησαν σύμφωνοι μέ τούς αγίους καί τούς Κανόνες . Δυστυχώς ομως δέν έπροχώρησαν οι πλεΐστοι καί στή συνέχεια αύτης της Παραδόσεως, δηλαδή τήν άποτείχισι γιά διαφόρους λόγους, οί όποίοι άποτελουν προσωπική των έπιλογή καί δέν είναι έπί του παρόντος ή ένασχόλησις μέ αύτούς . 

Πάντως έν κατακλείδι φαίνεται τελείως παράδοξο καί έξωφρενικό άπό τήν μία πλευρά νά καταδικάζωμε τήν αΐρεσι, νά τήν στηλιτεύωμε, νά καταγγέλλωμε τίς έκτροπές (λεκτικές, πρακτικές καί τελετουργικές) τών έκπροσώπων της, νά συντασσώμεθα θεωρητικά μετά τών αγίων καί όμολογητών κλπ καί άπό τήν άλλη νά άκολουθουμε τούς αίρετικούς ’Επισκόπους, νά τούς μνημονεύωμε, νά τούς θεωρουμε εις τύπον καί τόπον Χριστου, νά εχωμε δηλαδή πλήρη έκκλησιαστική κοινωνία μέ αύτούς καί νά περιμένωμε καί άπόφασι Συνόδου διά νά άποτειχισθουμε .  

ΒΙΝΤΕΟ - ΠΑΤΗΡ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ - ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΜΗ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ......


ΒΙΝΤΕΟ - ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΕΤΣΩΝ ΤΟΥ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.......



ΘΑ ΠΡΟΣΤΕΘΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ........

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ετικέτες