Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

ΑΓΓΕΛΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ , ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ , ΠΑΤΕΡΑΣ 400 ΠΑΙΔΙΩΝ! ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΤΑΙΝΙΑ " ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ " - ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ....


«Το φρούριο». Ταινία αποκάλυψη. Είναι μια δοκιμασία για την ψυχή. Αν καταφέρεις να τη δεις έως το τέλος σημαίνει πως η κάρδια σου δεν έχει σκληρύνει ακόμα, δεν αποστασιοποιήθηκες από τον υπόλοιπο κόσμο κρυμμένος πίσω από ψηλούς τοίχους. Ταινία για το θαύμα. Θαύμα πραγματικό και όχι φανταστικό. Ταινία για τη θεραπεία των άρρωστων παιδιών και για την ίαση των ενήλικων. Στον κινηματογράφο πια η έννοια του ήρωα ταυτίζεται με σκληρότητα και μυϊκή δύναμη. Όμως βλέπετε πως γίνεται και αλλιώς. Ο ήρωας είναι αυτός που με τη δύναμη της καρδιάς μπορεί να κάνει το καλό. Εξάλλου υπάρχει τόσο λίγο καλό γύρω μας. Ακόμη δεν ξέρουμε τι είναι η ζωή. Είναι μια περίοδος εργασίας πριν από την αιωνιότητα ή μία απλή βολτούλα από το ένα σημείο στο άλλο; 

Παραγωγή: 2007 Σκηνοθέτης: Μιχαήλ Σάδριν Προβολή: ορθόδοξο τηλεοπτικό κανάλι «Γκλας» Το 2009 η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ ορθόδοξης ταινίας και πήρε τα πρώτα βραβεία σε όλες τις κατηγορίες, με ομοφωνία κοινού και επιτροπής. 

Τα γυρίσματα διήρκεσαν ένα χρόνο στο μοναστήρι Σβιάτο-Βαζνεσένσκι (Της Αναλήψεως) στα σύνορα με την Ρουμανία. Ο σκηνοθέτης μας δίνει την ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τις αξίες της ζωής, μέσα από τα παραδείγματα των μοναχών, εφαρμόζοντας καθημερινά την εντολή της αγάπης. 

Τα κεντρικά πρόσωπα είναι: ο ηγούμενος του μοναστηριού (που έγινε ο πατέρας για 29 υιοθετημένα παιδάκια, έχοντας ήδη τρία δικά του, δύο αγόρια και ένα κορίτσι), η αδελφότητα και τα παιδιά από το μοναστηριακό ορφανοτροφείο (150 ορφανά), πολλά από τα οποία είναι βαριά άρρωστα

Επίσκοπος Λογγίνος

Αυτή η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ένα μεγάλο πνευματικό γεγονός. Μια ουράνια αγάπη εμφανίζεται πάνω στη γη

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ταινίας τα εξηγεί όλα: 

«Σφίγγοντας τα δόντια μέχρι τριγμού, και τα χέρια μέχρι πόνου, χαίρε, διότι ζεις. Χαίρε με τη γαλαζόπετρα του ουρανού και με το ρουμπίνι της ηλιοβασιλέματος. Χαίρε με το μαργαρίτη της βρόχινης σταγόνας, διότι δεν μπορείς αλλιώς. Χαίρε με τη χαρά του πληγωμένου μαχητή, που κείται κάτω. Αν και η μάχη χάθηκε, η σημαία είναι ψηλά, και το όπλο δεν πετάχτηκε στη λάσπη, και δεν τρέχεις ντροπιασμένος, επειδή δεν έχεις πια πόδια... Και το μόνο που μένει είναι να πολεμάς μέχρι θανάτου. Και αν δεν μείνει πια τίποτα, χαίρε με μια άνωθεν χαρά για τον πλησίον σου. Χαίρε με την αγάπη των άλλων, χαίρε με τα γέλια των παιδιών που δεν είναι δικά σου. Ακόμα και όταν είναι μαύρα σύννεφα παντού χαίρε. Στη βροχή και στη λάσπη χαίρε. Χαίρε και αγαλλιάσου, αψηφώντας το πόνο, διότι το όνομά σου είναι Άνθρωπος!»
 
ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ


Η απόδοση του βίντεο στα Ελληνικά 
έγινε από τον ιστότοπο ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ.


ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ - ΠΑΤΕΡΑΣ 400 ΠΑΙΔΙΩΝ! ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ!


Δεν είναι ακαδημαικός,ούτε εφευρέτης,ούτε εξωγήινος.Είναι εθνικός ήρωας στην Ουκρανία παρότι είναι Ρουμάνος. Γιατί; Επειδή είναι ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Είναι 50 ετών και έχει 400 παιδιά.Τα 33 από αυτά τα έχει υιοθετήσει,ενώ έχει την κηδεμονία των υπόλοιπων. Τα μεγαλώνει σε δύο μοναστήρια. Στο Μπαντσένι και στο Μποιάν. Πρόκειται για τον επίσκοπο Λογγίνο. Τον γνωρίσατε πρώτη φορά μέσα από την ταινία «ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ». Όταν γυρίστηκε η ταινία ήταν ο ιερομόναχος Μιχαήλ(Ζαρ).  

Ξέρω ότι αυτή η ταινία άγγιξε πολλές ψυχές. Ξέρω πως άγγιξε τις ευαισθητες χορδές πολλών. Είναι μία ταινία για αγγέλους και αγίους ή αλλιώς για αγάπη και χριστιανική ομολογία. Είναι για την ψυχή μία δοκιμασία. Η παρουσία του Θεού σε αυτό το μοναστήρι είναι έντονη,τα θαύματα καθημερινά. Σας παρουσιάζω λοιπόν μία συνέντευξη του επίσκοπου Λογγίνου,εξίσου συγκινητική που ίσως βοηθήσει να αναθεωρήσουμε πολλά.


- Δοκίμασα πολλά στη ζωή μου αλλά όλοι οι δρόμοι με οδήγησαν στην εκκλησία,στην πίστη,στον Θεό. Εαν θα μου έλεγε κάποιος όταν έμεινα ορφανός και μόνος σε αυτόν τον κόσμο,πήγαινε στο μοναστήρι να γίνεις μοναχός,να υπηρετήσεις τον Κύριο,θα πήγαινα. Ο Θεός όμως μου έδωσε άλλον σταυρό,άλλον δρόμο,για να περάσω από πολλά βάσανα και θλίψεις και να φτάσω εκεί που βρίσκομαι σήμερα.Επειδή όταν έμεινα μόνος μου σε αυτόν τον κόσμο... 

- Σε ποιά ηλικία; 

- Στα δεκαέξι μου.Ήμουν μικρός και φιλάσθενος.Εργαζόμουν πολύ.Μία μέρα πήγαινα σχολείο και μία μέρα άρμεγα τις αγελάδες στην φάρμα για να μπορώ να ζήσω..Την νύχτα φύλαγα τις αγελάδες στην φάρμα,καθάριζα, και το πρωί πήγαινα στο σχολείο. Όλα τα παιδιά έφευγαν από κοντά μου επειδή μύριζα κοπριά,εγώ όμως είχα μέσα μου ειρήνη...Και έτσι άρχισε η ζωή μου.Θυμάμαι όμως τον μεγαλύτερο πόνο μου... 

Βγαίνοντας στο κατώφλι του σπιτιού μου και βλέποντας να βγαίνει ο καπνός από τις καμινάδες των γειτόνων,ρωτούσα τον Θεό: 

«Θεέ μου,γιατί δεν έχω και εγώ ξύλα για να ανάψω φωτιά;Και πήγαινα,έβαζα όλα τα μαξιλάρια όπως τότε που κοιμόμουν με την μητέρα , η μητέρα ήταν άρρωστη και ήταν πολύ δύσκολα , και έβαζα τα μαξιλάρια πάνω στην σόμπα,ντυνόμουν, σκεπάζομουν με το πουπουλένιο πάπλωμα και ήμουν πολύ ευτυχισμένος εκεί κοντά στην μητέρα μου. 

Έτσι συνέχισα και όταν δεν την είχα. Μόνο που μου έλειπε η μητέρα και κοιμόμουν αγκαλιά με τα ρούχα της και την φωτογραφία της. Έτσι κοιμήθηκα πολλά χρόνια, η ψυχή μου όμως σχιζόνταν από την νοσταλγία της μητέρας μου.Επειδή σαν εκείνην δεν είχα κανέναν. Και όταν πεινούσα,πάλι ρωτούσα τον Θεό:

« Κύριε, γιατί δεν έχω τουλάχιστον ένα κομμάτι ψωμί;»Αφού δεν έχω ξύλα,τουλάχιστον να έχω ψωμί! Αφού μου πήρες την μανούλα, Κύριε,τουλάχιστον δώσε μου κάτι απ'όλα αυτά!» 

Αλλά ο Θεός δεν μου απαντούσε τότε,επειδή δεν ήταν η στιγμή να μου απαντήσει,αλλά μου απαντάει σήμερα. Εαν είχα τότε απ'όλα,δεν θα είχαν αυτά τα τετρακόσια παιδια σήμερα,αυτά που έχουν

- Πώς ξεπεράσατε αυτό το γεγονός που σας σημάδεψε,τον θάνατο της μητέρας σας; 

- Διάβαζα όλο το βράδυ προσευχές,επειδή είχα μέσα μου έναν φόβο όταν νύχτωνε. Ήμουν μόνος στο σπίτι,διάβαζα προσευχές και έβαζα το βιβλίο κάτω από το μαξιλάρι. Μέχρι να κοιμηθώ όμως έβρεχα το μαξιλάρι με τα δάκρυά μου. Μου ήταν πολύ δύσκολο!

Όμως αισθανόμουν και κάτι σαν ανακούφιση...δεν λέω ότι είδα κάτι,αλλά αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν υπό την φροντίδα κάποιου.Αυτό είπε και η μητέρα πριν πεθάνει,ήταν τα τελευταία της λόγια: «Δεν έχω σε ποιόν να σε αφήσω,εαν σε αφήσω σε εκείνο το μέρος ή κάπου αλλού δεν θα σου φερθούν καλά,γι αυτό σε αφήνω στα χέρια του Θεού.Αυτός θα σε φροντίζει!

- Πότε σκεφτήκατε να πάτε στο μοναστήρι; Πώς σας ήλθε η ιδέα να ξεκινήσετε το μοναστήρι στο Μπαντσένι; 

- Εγώ πέρασα πολλά στη ζωή μου. Παντρεύτηκα,είχα οικογένεια, είχα τρία παιδιά ,ή θα έλεγα την έχω και σήμερα, πνευματική οικογένεια. Είχα μία ζωή ήσυχη, ήμουν ιερέας, λειτουργούσα... όμως στην καρδιά μου είχα πόθο να πάω στο μοναστήρι. 

Όταν έβλεπα μοναχούς ή μοναχές στα μοναστήρια ή έρχονταν σε εμάς ή όταν ήλθαν οι καλύτεροι καιροί για την χώρα,οι ευλογημένοι....Ο πατέρας Υάκινθος ερχόνταν σε εμάς και όταν πέθανε,όλο το χωριό έτρεχε για να δει πως είναι ένας μοναχός. 

Ο πόθος ήταν μεγάλος,αλλά δεν ήξερα ότι ο καθένας θα μπορούσε να πάει στο μοναστήρι να αγαπήσει τον Θεό.Σκέφτηκα ότι εκεί πηγαίνουν άνθρωποι εκλεκτοί.Όταν ήμουν στο μοναστήρι και κυμάτιζαν από τον αέρα οι μανδύες των μοναχών,όταν περνούσαν από κοντά μου,εμένα μου φαίνονταν πως με νανουρίζουν,τόσο καλά αισθανόμουν. 



Έπειτα αποφασίσαμε με την πρεσβυτέρα , είχαμε ήδη τρία παιδια , να υπηρετήσουμε τον Θεό με πιο σκληρή άσκηση, να μην κοιτάμε τα του σώματος αλλά τα της ψυχής.Ένα ολόκληρο βράδυ συζητήσαμε και είχαμε την ίδια σκέψη: Να υιοθετήσουμε ορφανά. Σίγουρα πήγαμε μαζί με την πρεσβυτέρα στο ορφανοτροφείο. Κοιτάγαμε,και όλο τρυγυρνούσαμε γύρω από ένα άρρωστο παιδί. 

Μου λέει τότε: 

- Τι όλο τριγυρίζεις κοντά του;Τόσα παιδιά υγιή βρίσκονται εδώ!Γιατί δεν κοιτάς τα άλλα; Λέω τότε;«Ναί, πάμε στα άλλα παιδιά».Πάλι κοντά του όμως τριγυρνούσα και έλεγα:«Κοίτα το καημένο,δεν έχει κανέναν.Ποιός θα το βοηθήσει,ποιός θα το ταϊσει,ποιός θα το πλύνει;....και τελικά έτσι αποφασίσαμε και πήραμε τα δύο πρώτα παιδιά. 


- Σε ποιάν ηλικία παντρευτήκατε και πότε μπήκατε στο μοναστήρι; 

- Παντρεύτηκα 22 ετών,25 ετών χειροτονήθηκα και έπειτα το 1997 εγώ και η πρεσβυτέρα γίναμε μοναχοί-η πρεσβυτέρα μου είναι τώρα η μοναχή Σαλώμη.Τα παιδιά μας είναι όλα παντρεμένα,έχουμε και εγγονάκια,εμείς όμως συνεχίσαμε να υπηρετούμε τον Θεό από αυτόν τον δρόμο.Η μοναχή Σαλώμη ασχολείται πιο πολύ με τα παιδιά που έχουν Εϊτζ,μαζί με τις μοναχές απο την Μονή Μποιάν. 

- Πόσες μοναχές ζουν εκεί; 

- Εκατόν τριάντα μοναχές,οι οποίες φροντίζουν τα παιδιά 

**** 
Δεν σκεφτηκα ποτέ ότι μπορει να έχω τόσα παιδια 

- Θυμάστε όταν πήρατε το πρώτο παιδί και το πήγατε στο μοναστήρι; 

- Τα πρώτα παιδιά τα πήρα στο μοναστήρι το 1991-92.Έπειτα πήρα δύο αδελφάκια που και αυτά τα υιοθέτησα. Ανυπομονούσα να γυρίσω στο σπίτι,να τους κάνω το μπάνιο τους,πολύ μου αρέσει να κάνω μπάνιο στα παιδιά και να τα βάζω για ύπνο.Ότι έκανε η μητέρα μου,ήθελα να κάνω και εγώ:να τα φιλήσω και να τα αγκαλιάσω. 

Εγώ ρωτούσα το βράδυ την μητέρα μου: «Μαμά,με ποιόν θα κοιμηθείς; Ήμασταν τέσσερα παιδιά.Εγώ επειδή ήμουν το μικρότερο και η μητέρα μου έλεγε:«με εσένα».

Έτσι και εγώ,όταν με ρωτούσαν:«Πατέρα,με ποιόν θα κοιμηθείς;» εγώ τους έλεγα:«Με εσάς» Αυτή ήταν η ευτυχία μας,επειδή μπορούσα να τα χαϊδέψω και ν απαλύνω τον πόνο τους. 

- Και συνεχίσατε στο μοναστήρι.Από εκεί τα πήρατε στο μοναστήρι.Έπειτα,όλο πήρατε και πήρατε... 

- Όλους θα τους έπαιρνα σπίτι.Σίγουρα δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα έχω κάποτε τόσα παιδιά. 

- Τετρακόσια! 

- Ναι.Και πάλι λίγα είναι.Πιο πολλά θα ήθελα,έχουμε την δυνατότητα.Δεν πρέπει μόνο να τα πάρεις αλλά να τους δείξεις και γονική στοργή.Σε εμάς δεν είναι όπως στα κρατικά,που τα κρατάνε μέχρι τα 18 τους.Τα παιδιά είναι δικά μας για όλη τους τη ζωή.Παντρεύτηκαν,τους κάναμε σπίτια... 

- Έχετε παιδιά τόσο μεγάλα που ήδη παντρεύτηκαν;! 

- Ναι,πολλά παιδιά παντρεύτηκαν,τώρα έχουμε από αυτά και εγγόνια.Όλο και πολλαπλασιάζονται και κάθε χρόνο φτιάχνουνε 10-20 σπίτια.Συνεχίζουμε. Μας δώρησαν γη,θα φτιάξουμε εκεί σπίτια για τα παιδιά...Να τα μεγάλωσεις και να τα πετάξεις μετά στον δρόμο;Δεν πάει.Εαν τους δώσεις ένα σπιτάκι,μία δουλίτσα,τότε και αυτά με την σειρά τους θα συνεχίσουν να κάνουν το καλό,έτσι όπως τα μάθαμε εμείς. 

- Σεβασμιώτατε πατέρα Λογγίνε.Δεν αποφύγατε να πάρετε κοντά σας παιδιά με αναπηρίες και με Έιτζ.Γιατί το κάνατε αυτό;.Δεν θα σας ήταν πιο εύκολο να πάρετε παιδιά υγιή-εγκαταλελειμένα,αλλά υγιή-και να τα μεγαλώσετε; 

- Το σκέφτηκα και πολλοί με τρόμαζαν λέγοντάς μου πως θα είναι πολύ δύσκολα.Τότε αλήθεια μου ήταν δύσκολο.Τώρα όμως δεν μου είναι καθόλου δύσκολο,επειδή είμαστε πολλοί μοναχοί στο μοναστήρι. 

- Πόσοι είστε; 

- Ογδόντατρεις. Και αυτοί στην συνέχεια θα σηκώσουν τον σταυρό που σήκωσα και εγώ.Βρίσκονται δίπλα μου,με βοηθούν πολύ,όπως και οι μοναχές από το γυναικείο μοναστήρι που έφτιαξα εκεί που ήταν η ενορία μου.Εκεί υπάρχει θαυματουργή εικόνα της Παναγίας(Μποϊαν),μπροστά στην οποία θεραπεύτηκαν πολλά παιδιά. Δεν φοβήθηκα και δεν φοβάμαι ούτε τώρα,επειδή όταν πήρα τα παιδιά,εκείνα διάλεξαν εμένα και όχι εγώ τα παιδιά  

- Πώς; 

- Όταν έμπαινα εκεί,άπλωναν όλα τα χέρια τους και μου έλεγαν ''Μαμά!''.Δεν με έλεγαν πατέρα,με έλεγαν μαμά.Υπήρχαν άρρωστα παιδιά που δεν τα έπαιρνε κανένας.Έπαιρναν όλοι τα υγιή.Μάχη γινόνταν.Εγώ έπαιρνα όλα εκείνα τα παιδιά που δεν έπαιρνε κανένας.Έπαιρνα 10-15 την φορά.Είμαι όμως πολύ ευτυχισμένος!Δεν μπορώ να εκφράσω πόση χαρά έχω στην ψυχή που ό Θεός μου έδωσε έλεος και οικτιρμό. 

*** 
Και εσύ φοβάσαι; Δεν θα με πάρεις; 

- Πότε αποφασίσατε να πάρετε παιδιά με Έιτζ;Πώς το αποφασίσατε; 

 - Η πρώτη περίπτωση ήταν ένα κοριτσάκι.Πήγα στο ορφανοτροφείο-έφερνα γάλα κάθε πρωί.Ο γιατρός εκεί μου είπε:«Θέλεις να δεις ένα παιδί με Έϊτζ;» Είπα:«Θέλω να δω.Δεν είδα ποτέ μου»Και μπήκα.Τέσσερις πόρτες πέρασα μέχρι να φτάσω στο παιδί αυτό και ήταν μόνο του.Ήταν δύο ή τριών μηνών.Ήταν κόκκινη από το κλάμα.Έκλαιγε,σταματούσε και ξανά έκλαιγε,αλλά κανείς δεν την άκουγε.Πότε-πότε έμπαινε η νοσοκόμα,την τάιζε,την άλλαζε και έτσι τελείωναν όλα.Δεν υπήρχε κανείς να μείνει κοντά της,να την φροντίσει. Τότε εγώ έβαλα τα χέρια πίσω στην πλάτη,βλέποντας τους γιατρούς πως φυλάγονταν.Το έκανα μην τυχόν την αγγίξω και μολύνω τα άλλα παιδιά. 

- Σκεφτήκατε τα παιδιά,όχι τον εαυτό σας. 

- Τα παιδιά σκέφτηκα,μήπως τα μολύνω με κάτι.Έφυγα και οδηγούσα μόνος το αυτοκίνητο. Προχωρώντας στον δρόμο,ενώ είχα φτάσει κοντά στο μοναστήρι-και μη νομίσει κάποιος πως δεν ξέρω τι μου συνέβη-εμφανίστηκε το παιδί εκείνο μπροστά στο αυτοκίνητο...Σαν να ήταν στον αέρα το κοριτσάκι εκείνο και μου χαμογελούσε από το κρεβατάκι της. Είχε πονέσει η ψυχή μου όταν την αντίκρυσα και μου φάνηκε σαν να μου λέει«Και εσύ με φοβάσαι; Δεν θα με πάρεις;» Μείωσα ταχύτητα και άρχισε να με πονάει το κεφάλι.Μόλις έφτασα στο μοναστήρι άφησα το αυτοκίνητο και πήγα στο δάσος να περπατήσω,αισθανόμουν ένα βάρος..Ξαφνικά,βλέπω μπροστά στα μάτια μου εκείνο το κοριτσάκι.« Δεν φοβάμαι.Θα σε πάρω » της λέω. Όλα τότε εξαφανίστηκαν, ακόμη και ο πονοκέφαλος. 

Πήγα στο μοναστήρι και παρακάλεσα τους μοναχούς:«Ετοιμάστε ένα όμορφο δωμάτιο, με νερό,θα πάω αύριο να την φέρω». 

Το βράδυ εκείνο έφερα τα πιο ωραία έπιπλα.Παρακάλεσα κάποιους φίλους μου να μου φέρουν το πιο όμορφο κρεβάτι για το πιο δυστυχισμένο πλάσμα.Να δείτε όμως το κορίτσι.Ένας άγγελος είναι..! 

***
Το πρώτο θαύμα.«Εαν δεν ακούσεις,αύριο θα πεθάνει» 

- Πόσων ετών είναι τώρα; 

- Είναι 12 ετών,αλλά μόνο στην αγκαλιά μου κάθεται.Όταν με βλέπει φωνάζει:''Πατέρα'',και τους παραμερίζει όλους για να φτάσει πρώτη κοντά μου. Έτσι μικρούλα λοιπόν την πήρα.Κατά τρόπο θαυμαστό από τις 2 εως τις 4 το πρωί, όταν στο μοναστήρι κάνουμε Θεία Λειτουργία ποτέ δεν κοιμάται.Ξυπνούσε,την είδα μία φορά στην εκκλησία-αν και δεν επιτρέπεται.Όταν έβλεπε άλλα παιδιά έτρεμε,τόσο πολύ ήθελε να παίξει μαζί τους,αλλά δεν την αφήναμε να έλθει σε επαφή με τα άλλα παιδιά. 

- Φοβόσασταν μήπως μολύνει τα άλλα παιδιά; 

- Όχι,το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί. Μας είπαν να κοιμάται χωριστά,να τρώει μόνη της. 

- Απομονωμένη; 

- Ναι,πλήρως απομονωμένη. Στην εκκλησία όμως κυκλοφορούσε ελεύθερα.Εμείς οι μεγάλοι την παίρναμε αγκαλιά και την φιλούσαμε αφού δεν υπήρχε κάτι να φοβηθούμε,αλλά για να μην υπάρξει πρόβλημα με τους άλλους. Και το βράδυ λοιπόν τριγυρνούσε στον ναό,πήγαινε κοντά στον κάθε μοναχό και τραβούσε το κομποσχοίνι και χαμογελούσε στον καθένα.Δύο ώρες,όσο κρατούσε η Θεία Λειτουργία.   

Μία φορά φώναξα κάπως πιο αυστηρά: «Τα παιδιά τέτοιαν ώρα πρέπει να κοιμούνται.Γιατί είναι στην εκκλησία;»Ποτέ δεν ήθελε να κοιμηθεί εκείνη την ώρα και με το έλεος του Θεού θεραπεύτηκε! Ένας ιερομόναχος που πολύ την αγαπούσε,ο πατήρ Σιλουανός μου έλεγε: «Δεν μπορείτε να κάνετε κάτι για να μην πεθάνει;» 

Εμείς περιμέναμε ότι θα πεθάνει,μέρα παρά μέρα.Εαν όχι σήμερα,αύριο.Έτσι μας έλεγαν οι γιατροί.Αυτό επειδή είχε μία βαριά μορφή Έίτζ,4ου βαθμού,δεν ξέρω πως το λένε εδώ στην Ρουμανία. 

Εγώ είπα ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και έδειξα τον ουρανό.Ο π.Σιλουανός τότε άρχισε να κλαίει και μαζί του έκλαιγα και εγώ και... ο ελεήμων Θεός την θεράπευσε. Όταν έκαναν αναλύσεις στο παιδί,είδαν ότι δεν είχε πια τίποτα.

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Μποϊαν

- Είναι το μόνο παιδί, από τα τετρακόσια, στο οποίο έγινε κάποιο θαύμα; 

- Έχουμε ογδόντα δύο παιδιά με Έϊτζ και θεραπεύτηκαν επτά. 

- Ήταν θαύμα Θεού;Είστε πεπεισμένος; 

- Ναι,είμαι πεπεισμένος ότι ήταν θαύμα Θεού.Κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.Εμείς δεν αποκλείουμε την ιατρική,δεν είμαστε ενάντια.Άλλωστε παίρνω τα φάρμακα που μου έδωσαν οι γιατροί για την καρδιά.Μάλιστα τα παιδιά με Έϊτζ ξέρουν πως είμαι άρρωστος σαν εκείνα και ότι παίρνουμε τα ίδια φάρμακα.Θέλω να τους δώσω θάρρος. 

- Τους είπατε ότι έχετε Έϊτζ; 

- Όχι,τους είπα ότι είμαι άρρωστος σαν και εκείνα.Να πω πω ψέματα δεν μπορώ,αλλά τους είπα:«Κοιτάχτε τα φάρμακά μου.Έχω και κόκκινα και άσπρα και έγχρωμα»,επειδή κάποιος έπιασε ένα από τα μεγαλύτερα παιδια με 'Είτζ,έναν 11χρονο και του είπε: 

«Εσύ ξέρεις τι αρρώστια έχεις; Αυτό και αυτό». 

Εκείνο τότε άρχισε να κλαίει δυνατά και να φωνάζει: «Γιατί με έφερε η μαμά μου σε αυτόν τον κόσμο;Δεν θέλω να ζήσω πια». 

Τότε οι αδελφές μου είπαν: «Ελάτε επειδή είναι πολύ στενοχωρημένος,δεν τρώει και όλο κλαίει». Πήγα εκεί και του είπα: «Σεργκέι και εγώ είμαι άρρωστος σαν εσένα,κοίτα,παίρνω χάπια και φάρμακα. Πρέπει όμως να πιστεύουμε,για να πάνε όλα καλά.Τι αδέλφια είμαστε αν θυμώνεις έτσι;Εγώ περίμενα να είσαι δυνατός να με βοηθήσεις και εμένα,και τώρα...» Άρχισε τότε να γελάει και είπε:«Πατέρα,εγώ σε αγαπώ!Δεν θα ξανακλάψω ποτέ!» Και από τότε το παιδί είναι εύθυμο.Με τον καιρό όμως πρέπει να τους πούμε την αλήθεια,για να μην το κάνει κάποιος ξένος και τους προκαλέσει πόνο. 

Δεν ξέρω...Είναι τόσο όμορφα και τόσο καλόψυχα...Εαν κάποτε τα επισκεφτείτε θα δείτε ότι αυτά τα παιδιά είναι λες και κατέβηκαν από τον ουρανό.Φαίνεται όμως ο πόνος στην καρδιά τους.Φαίνεται! 

***
Αφήστε τον να πεθάνει ήσυχα,δεν έχουμε τι να του κάνουμε! 

Είχαμε ένα άλλο παιδί με δύο καρκίνους.Το βράδυ, όταν έπαιρνε την τελευταία του πνοή το παιδί αυτό,ήλθαν όλοι οι γιατροί,κοίταξαν και είπαν: 

«Αφήστε τον να πεθάνει ήσυχα,δεν έχουμε τι να του κάνουμε». 

Ήταν δύο ετών και ζύγιζε έξι κιλά,ανέδυε μία μυρωδιά έντονη,ήταν σε άσχημη κατάσταση. Τον πήρα στην αγκαλιά μου και άρχισα να κλαίω δυνατά.Το λυπόμουν τόσο πολύ που είπα:«Να ήταν εδώ η μαμά..!».Στον μεγάλο πόνο μόνο η μητέρα μπορεί να απαλύνει τον πόνο.Ο καθένας είχε ή έχει μητέρα και ξέρουμε πως όταν πονάμε,εαν εκείνη κολλήσει τα χείλη της στο μέτωπό μας ή μας αγκαλιάσει,ξεχνούμε τα πάντα. 

Μέσα σε αυτόν τον πόνο,έκλαιγα με το παιδί αγκαλιά και σκέφτηκα:εαν ήταν η μαμά του εδώ να τον αγκαλιάσει, θα του ήταν πιο εύκολο ακόμη και να πεθάνει. Αλλά ο Θεός έκανε το θαύμα Του.Τον πήγα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας του Μποϊάν και όπως τον κρατούσα αγκαλιά τον έβαλα μπροστά στην εικόνα.Δεν ήταν κανείς εκεί και άρχισα να προσεύχομαι: 

«Παναγία μου,δεν έχει κανέναν σε αυτόν τον κόσμο.Είναι ένα ορφανό.Εαν μπορείς βοήθησέ το!» 

Το παιδί άρχισε να αναπνέει ξανά αφού μέχρι τότε ανέπνεε δύσκολα.Άρχισε να κουνάει τα χέρια του,το κεφαλάκι,τα πόδια...το πρωί μάλιστα άρχισε να τρώει. Τώρα είναι δόκιμος στο μοναστήρι μας, Ιωάννη τον λένε. 

- Πώς ''μοιράζεστε''στα παιδιά; 

- Με ένα φιλί.Τα αγκαλιάζω.Πιο πολύ όμως κλαίω όταν δεν τα βλέπω.Στα άρρωστα παιδιά,όταν μπαίνω και βλέπω τον πόνο,όταν βλέπω αυτά που δεν έχουν πόδια,χέρια,που κάθονται μόνο στο κρεβάτι-υπάρχουν αρκετά παιδιά σε αυτήν την κατάσταση-μου έρχεται να κλάψω,αλλά δεν μπορώ επειδή πρέπει να τα ενισχύσω,τους χαμογελάω πάντοτε. Αν δω κάποιον που θέλει να κλάψει,του το απαγορεύω. Για τα παιδιά,επειδή πρέπει να βλέπουν ότι όλοι είμαστε ευτυχισμένοι και σηκώνουμε τον σταυρό μας. 

Σίγουρα ο Θεός εργάζεται στην καρδιά τους. Ο Θεός στέλνει κάτι το ξεχωριστό σε αυτά τα παιδιά. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν προβλήματα,αλλά σε εμάς όλα, δεν ξέρω γιατί,σκεπάζονται με μία θεϊκή αγάπη,με κάτι το ουράνιο,που μας δίνει αυτή την δύναμη. Δεν ξέρω πως βρίσκω τόση δύναμη , σίγουρα από το Θεό για να δώσω σε όλα την ίδια αγάπη.

***
Δεν επιθύμησα ποτέ να γίνω επίσκοπος 

- Σας μένει καιρό να κάνετε τον κανόνα σας; Τώρα είσαστε βοηθός επισκόπου.Τα καταφέρνετε. Πιστεύω ότι τώρα παλεύετε πιο πολύ με τον χρόνο. 

- Σίγουρα είναι πολύ πιο δύσκολα.Δεν επιθύμησα ποτέ να γίνω επίσκοπος,πρώτον επειδή είμαι ανάξιος και δεύτερον πρέπει να αφιερώνω πολύ χρόνο στα παιδιά. Πολλές φορές δεν κοιμάμαι τη νύχτα. Πρέπει να έχουμε φαγητό και ρούχα εγκαίρως. Επίσης να έχουμε ζέστη,φάρμακα,νοσοκομεία. Πολλά παιδιά τα εγχειρίσαμε στο εξωτερικό,στην Γερμανία και σε άλλες χώρες,είναι πολύ δύσκολο.Τώρα είμαι ακόμη πιο απασχολημένος. Ο Θεός με το έλεός Του με βοηθάει να μην αφήσω κάτι στην άκρη. 

- Καταφέρνετε να τους δείτε όλους καθημερινά; 

- Εαν βρίσκομαι εδώ,προσπαθώ να τους δω όλους.Τελευταία όμως τους βλέπω λιγότερο συχνά και αυτό με κάνει να υποφέρω. Αυτό με κάνει να μην κοιμάμαι την νύχτα,να είμαι ανήσυχος , ακόμη και να κλαίω.Για ποιό λόγο;Επειδή δεν μπορώ να δω τα παιδιά μου αφού με στέλνουν σε άλλα μέρη. Να τώρα έλειψα μία εβδομάδα στην Σύνοδο. Πηγαίνω για Θείες Λειτουργίες σε άλλες αρχιεπισκοπές και έτσι λείπω πάλι δύο-τρεις μέρες και πονάει η ψυχή μου.

-Σκέφτεστε πως ίσως είναι καλά για εκείνα τώρα,ξέροντας πως έχουν τώρα έναν πατέρα-αρχιερέα; Δεν είναι μικρό πράγμα.

- Δεν μπορώ να απαντήσω επειδή δεν αισθάνομαι ακόμη επίσκοπος.Και δεν ξέρω αν θα το αισθανθώ ποτέ.Μην αμαρτάνω όμως, η Θεία Χάρη παραμένει Θεία Χάρις...παρακάλεσα την Σύνοδο να μην με κάνουν επίσκοπο αλλά αποφάσισαν ερήμην μου, και τώρα που πήγα μου είπαν:«Τι, εσύ τα βάζεις με την Σύνοδο και την Εκκλησία;»και αναγκάστηκα να πάω. 

Δεν το αισθάνομαι όμως επειδή είναι κάτι πολύ υψηλό για εμένα,δεν μπορώ να το εννοήσω ακόμη. Εγώ όμως παρέμεινα πατέρας,έμεινα κοντά στους χριστιανούς μου,όπως ήμουν είμαι,ακόμη κι αν είμαι επίσκοπος ή ιερέας,έχω ευθύνη μπροστά στον Θεό και όλοι είμαστε το ίδιο. Όταν θα βρεθούμε ενώπιον του Θεού θα δώσουμε λόγο για το τι κάναμε σε αυτήν την ζωή.Πιστεύω ότι για εμάς τους αρχιερείς θα είναι πιο δύσκολο να απαντήσουμε μπροστά στον Κύριο. 

- Είστε σχεδόν πενήντα ετών. Μετανοιώνετε για κάτι; 

- Μετανοίωνω που μπορούσα να κάνω περισσότερα και δεν έκανα. Δεν μπόρεσα να γίνω κοινωνός του πόνου πολλών ανθρώπων. Για πολλά χρόνια ασχολήθηκα με το χτίσιμο εκκλησιών σε διάφορα χωριά, με την βοήθεια των ανθρώπων.Ήμουν απασχολημένος και δεν είχα χρόνο να ακούσω τον πόνο του λαού. Έπρεπε καλύτερα να κάνω για τον Θεό επειδή η ζωή αυτή περνάει γρήγορα,σύντομα θα φύγουμε από εδώ. Ευχαριστώ τον Θεό για την κάθε ημέρα που ζω, αφού αισθάνομαι αρκετά άρρωστος. Έπαθα τρία εμφράγματα και κουράζομαι ευκολότερα τώρα. 

Όταν μπορούμε να κάνουμε κάτι,τότε να το κάνουμε. Το κάθετι στον καιρό του για να μην περνάει μάταια. Ο Θεός δεν θα μας κρίνει για τις αμαρτίες μας αλλά για το καλό που μπορούσαμε να κάνουμε και δεν κάναμε

 Από το περιοδικό ''Lumea monahilor''τεύχος 83/2014  
Επιμέλεια/Μετάφραση, π.Γεώργιος Κονισπολιάτης https://proskynitis.blogspot.com

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΥΕΙ ΤΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΩΝ! ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΟΛΑ ΥΠΟ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ....

Το ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Πορφυρίου στο Μήλεσι Αττικής

Γράφει ο Αιμίλιος Πολυγένης

Εγκύκλιο σημείωμα προς την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, τις Ιερές Μητροπόλεις και τις Συνοδικές Μονές, απέστειλε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, σχετικά με τις ειδικές τροποποιήσεις του νόμου 4559 / 2018 επί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977). 

Η Ιερά Σύνοδος διευκρινίζει πως πλέον και τα Ιερά Ησυχαστήρια θα τελούν υπό την εποπτεία και ουσιαστικό έλεγχο του Μητροπολίτη στον οποίο ανήκουν όπως και οι υπόλοιπες Ιερές Μονές των Μητροπόλεων. 

Επίσης σύμφωνα με το εν λόγω νομοσχέδιο πλέον θα υπάρχει οικονομικός έλεγχος από τον οικείο Μητροπολίτη, ενώ κατά περιπτώσεις θα μπορούν να υπάρχουν και άλλες παρεμβάσεις

Η Εκκλησία της Ελλάδος με την εγκύκλιο αν και προσπαθεί να καθησυχάσει τα Ιερά Ησυχαστήρια, φαίνεται ότι έτσι βάζει ένα τέλος στο αυτοδιοίκητο και στην ανεξάρτητη λειτουργία τους.

Πάντως παρόλο που η Ιερά Σύνοδος προσπαθεί να "χρυσώσει το χάπι" για τα ωφέλη της υπαγωγής στην νομοθεσία, αναμένονται αντιδράσεις και προσφυγές.



ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ - ΦΩΤΟ : ΡΟΜΦΑΙΑ


ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ..... 

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

π.ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ - 2 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ π.ΣΑΒΒΑ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ - ΒΙΟΣ , ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ , ΔΙΔΑΧΕΣ , ΛΟΓΟΙ......

π.Σάββας Αχιλλέως

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ 

Ὁ πατὴρ Σάββας Ἀχιλλέως γεννήθηκε στὸ ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Λευκωσίας, τὴν ὄμορφη Ἅλωνα, στὶς 2 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1930. Ἦταν τὸ πέμπτο καὶ τὸ μικρότερο παιδὶ μιᾶς φτωχικῆς ἀγροτικῆς οἰκογένειας. Γονεῖς του ἦταν οἱ εὐσεβεῖς καὶ θεοφοβούμενοι ἄνθρωποι: ὁ Ἀχιλλῆς καὶ ἡ Ἑλένη.


Πήγαινε στὸ δημοτικὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ του καὶ ταυτοχρόνως βοηθοῦσε τὴν οἰκογένειά του στὶς καθημερινὲς φροντίδες. Ἦταν ἕνα εὐαίσθητο, πονόψυχο, ἔξυπνο καὶ δυνατὸ παιδάκι. Τὶς κρύες μέρες καὶ νύκτες τοῦ χειμῶνα φρόντιζε νὰ ἐφοδιάζῃ μὲ ξύλα καὶ κλαριὰ τὰ ἀνήμπορα καὶ μοναχικὰ γεροντάκια καὶ τοὺς ἄναβε τὰ τζάκια γιὰ νὰ ζεσταθοῦν. Ἐκεῖνοι μὲ τὴν σειρά τους τοῦ ἔβαζαν εὐχὲς καὶ ἔφευγαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν μάταιο κόσμο, ἔχοντας τὸ ὄνομά του στὰ χείλη τους. Ἐπειδὴ ἦταν ἐργατικὸς καὶ χαρισματικός, γρήγορα ἔμαθε μόνος του νὰ παίζῃ βιολὶ καὶ νὰ συνοδεύῃ τοὺς γάμους μὲ παραδοσιακὰ τραγούδια. Παράλληλα ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ τσαγκάρη καὶ ἐπιδιόρθωνε, ἀλλὰ καὶ κατασκεύαζε τὰ ὑποδήματα τῶν συγχωριανῶν του.

Ὅταν τέλειωσε τὸ σχολεῖο, ἔφυγε, γιὰ νὰ ἐργαστῇ στὴν Λευκωσία. Ἐκεῖ γνώρισε λειτουργούς Του Θεού ὑψηλού πνευματικού ἀναστήματος καὶ παράλληλα μὲ τὴν ἐργασία του γιὰ τὸν βιοπορισμὸ (ἐργάστηκε ὡς οἰκοδόμος, ὡς ἐργάτης-καθαριστὴς στὰ ξενοδοχεῖα καὶ τέλος ἄνοιξε ἕνα μικρὸ μανάβικο μέσα στὴν ἀγορὰ τῆς Λευκωσίας) ἐκτελοῦσε τὴν πνευματικὴ ἐργασία ποὺ ὀφείλουμε ὅλοι μας στὴν ἀθάνατη ψυχή μας. Εἶχε τὴν εὐλογία νὰ ἔχῃ καλοὺς εξομολόγους, τοὺς ὁποίους εὐγνωμονοῦσε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, διότι τοῦ δώσανε τὶς σωστὲς συμβουλὲς καὶ τὸ καλὸ παράδειγμα. 


Τὸ ἔτος 1954 ὁ πατὴρ Σταῦρος Παπαγαθαγγέλου, μὲ ἄκρα μυστικότητα καὶ προσοχὴ στὴν ἐπιλογή, ξεκινᾷ νὰ ὁρκίζῃ τὰ πρῶτα παλληκάρια, μὲ σκοπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα κατὰ τῶν Ἄγγλων κατακτητῶν καὶ τὴν ἕνωση μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ὁ Σάββας τοῦ Ἀχιλλῆ (Ἀχιλλέως) δὲν μένει ἄπραγος. Πάντοτε εἰλικρινὴς καὶ μὲ αἴσθημα αὐτοθυσίας, ὁρκίζεται τὸν ὅρκο τῆς Ε.Ο.Κ.Α. καὶ μένει πιστὸς ἄχρι τέλους. Στὴν ἀρχὴ συμμετέχει στὴν προετοιμασία τοῦ ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος του, κάνοντας τὸ μανάβικό του κέντρο συλλογῆς πολεμοφοδίων καὶ ἄλλων μυστικῶν δραστηριοτήτων. Ὅμως οἱ ἐχθροί, ποὺ παρακολουθοῦν ἄγρυπνοι μὲ βοηθούς τους τοὺς προδότες, τὸν ἐπισημαίνουν καὶ καταφθάνουν γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν. Διαφεύγει τὴν τελευταία στιγμὴ καὶ ἐντάσσεται στὴν ὁμάδα μὲ τὴν ὀνομασία «Οὐρανὸς» μὲ ὑπαρχηγὸ τὸν ἥρωα Μᾶρκο Δράκο. 


Δύο ὁλόκληρα ἔτη ζῇ στὰ δάση σὲ κρησφύγετα, συμμετέχει σὲ ἀσκήσεις καὶ ἐπιχειρήσεις τῆς ὁμάδας του μὲ τὸ ψευδώνυμο: Σάββας Ἁλωνεύτης ἢ Ἀσκληπιός. Ἐκτελεῖ παράλληλα καὶ χρέη, γιατροῦ-νοσοκόμου, μάγειρα, κουρέα καὶ ὅτι εἶναι συνυφασμένο μὲ προσφορὰ καὶ φροντίδα καὶ διακονία πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἐκεῖ γνωρίζει καὶ τὸν Ἀρχηγὸ Διγενῆ, ὁ ὁποῖος διακρίνει στὸ νεαρὸ ἐκεῖνο παλληκάρι: τὸ ὑψηλὸ αἴσθημα εὐθύνης, τὴν εὐστροφία, τὴν σοβαρότητα καὶ πλῆθος ἀκόμα χαρισμάτων μὲ κορωνίδα ὅλων τὴν ἀκλόνητη πίστη καὶ τὴν καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώματος. Τοῦ ἀναθέτει, νὰ μεταμορφωθῇ σὲ καλόγερο, νὰ βρίσκεται στὴν Μονὴ τοῦ Κύκκου, νὰ παρακολουθῇ τὶς κινήσεις τῶν Ἄγγλων καὶ ὅταν εἶναι ἀνάγκη ἐντὸς ἐλαχίστων λεπτῶν νὰ ἀνεβαίνῃ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ καὶ μὲ κωδικοποιημένα σήματα νὰ εἰδοποιῇ τὴν Ὁμάδα καὶ τὸν Ἀρχηγό. Ἐπ’ ἴσης, ἦταν ὑπεύθυνος καὶ γιὰ τὴν διακίνηση τῆς ἀλληλογραφίας ὅλης τῆς Ὀργάνωσης. (Ἐκεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου τοῦ συνέβησαν τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρέμβασης Τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα καθόρισαν ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία τῆς ζωῆς του) . 


Στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1956 συλλαμβάνεται - κατόπιν προδοσίας - ἀπὸ Ἄγγλους στρατιῶτες καὶ φυλακίζεται. Παρ’ ὅλο ποὺ στὶς φυλακὲς ἀνακρίνεται ἀπὸ τοὺς ὀνομαστοὺς καὶ τοὺς πιὸ ἔμπειρους καὶ βάρβαρους Ἄγγλους ἀνακριτές, τὸ ὑψηλό του πνευματικὸ ἀνάστημα ἀλλὰ καὶ ἡ πάντοτε θαυμαστὴ παρέμβαση καὶ ἡ ἀγάπη Τῆς Παναγίας μας, δὲν τοὺς δίνει κἀνένα δικαίωμα καὶ κἀμμία ἐξουσία πάνω του. Δὲν μποροῦν νὰ ἀποδείξουν τίποτε μὲ βεβαιότητα, ἐν ᾧ ἐκεῖνος δὲν ἀποχωρίζεται λεπτὸ τὴν Ἁγία Γραφή, στηρίζει πνευματικὰ καὶ παρηγορεῖ τοὺς συγκρατούμενους ἀδελφούς του καὶ δὲν ἀφήνει τὸν χρόνο νὰ πάῃ χαμένος. Μέσα στὶς φυλακὲς ὑπάρχουν συγκρατούμενοι συναγωνιστὲς ποὺ τυγχάνουν νὰ εἶναι καθηγητὲς τοῦ γυμνασίου. Δράττεται τῆς εὐκαιρίας γιὰ τὶς πολυπόθητες σπουδές. Σὲ χρόνο ρεκὸρ τελειώνει ὅλη τὴν ὕλη τοῦ γυμνασίου καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση (συμφωνία Ζυρίχης - Φεβρουάριος 1959) δίνει ἐξετάσεις καὶ λαμβάνει τὸ ἀπολυτήριο τοῦ γυμνασίου. Ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα τὰ περιέγραψε ἀργότερα στὸ βιβλίο του: «τὰ Ἀπομνημονεύματά μου | Ε.Ο.Κ.Α. (Ὁμάδα: Οὐρανὸς) | 1955-1959». 

Ἀφ’ οὗ ὁλοκληρώθηκε αὐτὸ τὸ στάδιο τῆς ζωῆς του, εἶναι πιὰ ἐλεύθερος νὰ προχωρήσῃ στὴν πιὸ σημαντικὴ ἀπόφαση. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ σφραγίστηκε ἐξ Ἄνωθεν. Στὶς 31 Μαΐου 1959 χειροτονεῖται Διάκονος στὸν Ἱερὸ Ναὸ Φανερωμένης τῆς Λευκωσίας καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Ἀθήνα, ὅπου ξεκινᾷ τὶς σπουδές του στὴν Θεολογικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν. Στὴν Ἀθήνα παράλληλα μὲ τὶς σπουδὲς ἀναπτύσσει πλούσια πνευματικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση, διατελῶν Διάκονος στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως Τοῦ Σωτῆρος στὸν Βύρωνα καὶ ἀφοσιώνεται στὴν ἐκμάθηση (σχεδὸν αὐτοδίδακτος καὶ πάλι, μὲ μία μικρὴ βοήθεια ἑνὸς ἐνορίτη του) τῆς Γαλλικῆς γλώσσης, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἀξιοποιήσῃ μία ὑποτροφία γιὰ μεταπτυχιακὸ στὴν Γαλλία καὶ στὶς Βρυξέλλες. 


Μετὰ ἀπὸ πέντε χρόνια ἐπιστρέφει στὴν Κύπρο καὶ ἀφ’ οὗ ἐνημερώνει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο γιὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν, ἀποφασίζεται ἡ χειροτονία του εἰς Ἱερέα νὰ γίνῃ στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1964 στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Κύκκου μὲ ὅλη τὴν μεγαλοπρέπεια καὶ ἱερότητα. Ἔχοντας πλέον τὴν γνώση τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καὶ πτυχίο καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὴν Ἱερωσύνη, ἀναχωρεῖ γιὰ τὶς Βρυξέλλες. Ὁ Δεσπότης τῆς Γαλλίας κ.κ. Μελέτιος τὸν διορίζει Προϊστάμενο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῶν Βρυξελλῶν (τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ Βέλγιο ἀποτελεῖ Ἐξαρχία τῆς Μητροπόλεως Γαλλίας) , ἐν ᾧ παράλληλα τοῦ δίνεται ἡ δυνατότητα σπουδῶν στὸ Πανεπιστήμιο μὲ κατεύθυνση τὴν Ποιμαντική. 

Ὁ πατὴρ Σάββας ἀναλαμβάνει πλούσια πνευματικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ καὶ ἐν κυριολεξίᾳ ἱεραποστολικὴ δράση γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας. Παρέμεινε στὸ Βέλγιο ἐπὶ τέσσερα ἔτη καὶ κατὰ τὴν ὁμολογία τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου: «τὸ πέρασμα τοῦ πατρὸς Σάββα Ἀχιλλέως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Βρυξελλῶν θὰ μείνῃ ἱστορικό». Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη. Ἀπὸ τὸ Βέλγιο ἔφυγε ὕστερα ἀπὸ τὴν παράκληση καὶ προτροπὴ τοῦ σεβαστοῦ πατρὸς Ἠλία Τσακογιάννη - ἱερέα τοῦ Νοσοκομείου «Εὐαγγελισμός». Τὸ 1969 ὁ πατὴρ Ἠλίας ἀναγκάσθηκε νὰ δεχθῇ τὸν Ἐπισκοπικὸ Θρόνο τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ ἀγωνιῶντας νὰ ἀφήσῃ στὴν θέση του ἕνα ἄξιον ἐμπιστοσύνης ἐργάτην τοῦ Εὐαγγελίου, ἔγραψε στὸν πατέρα Σάββα στὶς Βρυξέλλες νὰ δεχθῇ νὰ συνεχίσῃ αὐτὸ τὸ δύσκολο ἔργο. Ἐπειδὴ ἡ προσφορὰ πρὸς τὸν ἀσθενῆ ἦταν ὁ μεγάλος πόθος τοῦ πατρὸς Σάββα, δέχθηκε μετὰ χαρᾶς καὶ ἀπὸ τὸ 1969 ἐπὶ πενταετία ὑπηρέτησε μὲ αὐτοθυσία στὸ Νοσοκομεῖο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοὺς πάσχοντες. Παράλληλα συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποφοίτησε τὸ 1974. 

Τὰ γεγονότα τῆς εἰσβολῆς (1974) τῶν Τούρκων στὴν Κύπρο δὲν τὸν ἀφήνουν ἀδιάφορο. Παραιτεῖται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ καὶ σπεύδει στὴν ἀγαπημένη του πατρίδα νὰ βοηθήσῃ ὅπως μπορεῖ. Ὑπηρέτησε στὴν Μητρόπολη Κυρηνείας ἕως τὸ 1975 καὶ ὅταν πλέον ὅλα εἶχαν παγιωθεῖ μὲ τὴν γνωστὴ σὲ ὅλους πλέον σειρὰ τῶν δυσμενῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ἔφυγε πάλι στὴν Εὐρώπη, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσῃ τὶς σπουδές του. Ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1976 ἔλαβε τὸν διορισμὸ ὡς ἐφημέριος σὲ μία ἀπόμακρη καὶ νεοδημιουργηθεῖσα ἐνορία στὴν περιοχὴ τοῦ Καρέα, ὅπου ὑπῆρχαν δύο μικρὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἐκεῖ ξεκίνησε ἕνας τιτάνιος ἀγῶνας καὶ συντελέστηκε τὸ μέγα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Κτίστηκε πρῶτα ὁ ἡμιυπόγειος ναὸς ποὺ σήμερα ἑορτάζεται πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου. Ἔπειτα ὁλοκληρώθηκε ὁ περίλαμπρος ναὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τοῦ Ἁγίου ποὺ ἦταν ὁ προστάτης τοῦ Γέροντα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε (στὸ χωριό του ἔχουν ἕναν πανέμορφο ναό του καὶ τὸν Ἅγιο πάντοτε νὰ θαυματουργῇ) . Ὁλοκληρώθηκε ἡ ἀνέγερση ὅλων τῶν βοηθητικῶν χώρων (κυλικεῖο, αἴθουσες κατηχητικῶν καὶ πολλὰ ἄλλα) . 


Θὰ ἦταν ὅμως μεγάλη ἀδικία γιὰ τὸν πατέρα Σάββα νὰ προβληθῇ σὰν ἔργο του μόνο ἡ κατασκευὴ καὶ δημιουργία κτισμάτων γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἐνοριτῶν, οἱ ὁποῖοι στὸ μεταξὺ εἶχαν ὑπερπληθυνθεῖ. Τὸ μεγαλύτερο καὶ σημαντικότερο ἔργο του, στὸ ὁποῖο ἔδινε καὶ τὴν ἀποκλειστικὴ βαρύτητα, ἦταν τὸ πνευματικό. Θεῖες Λειτουργίες, ἀγρυπνίες, κηρύγματα, ἐξομολογήσεις, βοήθεια πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ὀχλουμένους ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, διάβασμα εὐχῶν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὁ Ἱερὸς Ναὸς ἦταν ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ ἔσφυζε ἀπὸ ζωὴ καὶ λειτουργοῦσε σχεδὸν ὁλόκληρο τὸ εἰκοσιτετράωρο. 

Γιὰ νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀνθρώπους περισσότερο ἔγραψε πολλὰ καὶ σημαντικὰ βιβλία. Βλέποντας τὴν νεότητα νὰ παρασύρηται σὲ μέρη ψυχαγωγίας καὶ διασκέδασης ἀπὸ ὅπου κἄποιοι ἐπιτήδειοι ἔβρισκαν εὐκαιρία νὰ παγιδεύουν τὰ ἀνυποψίαστα θύματά τους, ἀποφάσισε τὴν ἀνέγερση Πνευματικοῦ Κέντρου μὲ σκοπὸ τὴν ἀνιδιοτελῆ προσφορὰ πρὸς τὴν νεότητα. Μὲ ὑπέρμετρες προσπάθειες κτίστηκε ἕνα περίλαμπρο Πνευματικὸ Κέντρο (περίπου 2000 τετραγωνικὰ μέτρα) ποὺ κἄποιοι τὸ παρομοίασαν μὲ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Μπάκινγχαμ. Ἔγινε ἡ γιορτὴ τῆς ἔναρξης τῆς λειτουργίας του (μόνο τὸ Ἀμφιθέατρο δὲν εἶχε προλάβει ἀκόμα νὰ ὁλοκληρωθῇ εἰς τὸ παντελές, ἐν ᾧ τὰ καμαρίνια του ἦταν πλέον πλήρως ἐξοπλισμένα) . Εἶχε προγραμματιστεῖ τὸν ἑπόμενο μῆνα νὰ πραγματοποιηθῇ γιορτὴ γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Αὐτὸ δὲν στάθηκε δυνατό, διότι ὁ ἄξιος λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθῇ καὶ συνταξιοδοτήθηκε. Ἦταν 15 Μαρτίου τοῦ 2006. 

Ὁ Χριστός μας καὶ ἡ Μεγαλόχαρη Παναγία μας τοῦ ἔδωσαν μία νέα ἀποστολή. Ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς πολλὲς μέριμνες, νοερὰ προσευχή, ἡσυχαστικὴ ζωὴ μακριὰ ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο, συγγραφὴ βιβλίων, κηρύγματα στὸ εὐρύτατο πλῆθος τῶν ἀκροατῶν τοῦ διαδικτύου ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ πλανήτη, ἀπαντήσεις στὶς ἀπορίες καὶ τοὺς προβληματισμούς τους. Μὲ ἄλλα λόγια: ἕνα παγκόσμιο κήρυγμα. Ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ ὁ Γέροντας κλεισμένος μέσα σὲ ἕνα διαμέρισμα τῆς Ἀθήνας, ὅπου τὸν ἔβρισκαν καὶ τὸν ἐνοχλοῦσαν ἀδιάκριτα. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶχε μεριμνήσει ἀπὸ χρόνια καὶ εἶχε φιλοξενηθεῖ ἀπὸ μία προσφιλῆ του οἰκογένεια σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο χωριουδάκι στὸν νομὸ Ἠλείας. Ἔνοιωσε τόση χαρὰ καὶ πνευματικὴ ἀνάταση σὲ αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ φρόντιζε μὲ τὴν παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ τὸ ἐπισκέπτεται. Διοργάνωνε ὁμιλίες καὶ κηρύγματα καὶ ἐξομολόγηση. Χάρη στὶς προσευχές του, ἔχουν γεννηθεῖ πολλὰ παιδιὰ ἀπὸ ἄτεκνα ζευγάρια, ἔχουν βρεῖ λύσεις σὲ προβλήματα πλῆθος ἀνθρώπων. 

Ἡ παλῃὰ πέτρινη ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ χωριὸ ἦταν ἕτοιμη νὰ καταρρεύσῃ. Ὁ πατὴρ Σάββας μὲ δικά του ἔξοδα φρόντισε καὶ ἀνακαίνισε τὸν Ἱερὸ Ναό. Δέκα ὁλόκληρα χρόνια πρόσφερε τὴν ἀγάπη του ὁ πατὴρ Σάββας στὴν ἐπαρχία τοῦ Νομοῦ Ἠλείας, ἀλλὰ καὶ σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ὅμως παραχώρησε ὁ Θεός μας καὶ τὸν πῆρε κοντά του, στὸν ἀληθινὸ κόσμο, στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 2016. Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ τηρήσουμε τὶς συμβουλές του, νὰ μείνουμε πιστοὶ στὸν Χριστό μας ἄχρι θανάτου, νὰ μὴ δεχτοῦμε γιὰ κἀνένα λόγο τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀντιχρίστου, γιὰ νὰ ζήσουμε αἰωνίως κοντὰ στὸν Ἀρχηγὸ τῆς Ζωῆς στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γένοιτο. 

Τὸ χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης ἐδόθη στὸν πατέρα Σάββα μὲ ἐντολὴ ἀπὸ Τὸν Χριστὸ καὶ Τὴν Παναγία Μητέρα Του. Ἰδοὺ πῶς τὰ διηγήθηκε ὁ ἴδιος καὶ καταγράφηκαν. 


«Μικρὸ παιδὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν ἔλειπα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Ἤμουν πάντοτε ὁ βοηθὸς τοῦ γέροντος ἱερέα τοῦ χωριοῦ μου καὶ κάθε βράδυ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀπήγγειλα τὸν Ὕμνο πρὸς τὴν Παναγία μας. Ὅταν μαζευόταν ὅλη ἡ οἰκογένεια στὸ φτωχικό μας σπιτάκι, ἔπιανα στὰ χέρια μου τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἔψαλλα ἐπιμελῶς τὸ Εὐαγγέλιο εἰς ἀκρόασιν τῶν γονέων μου καὶ τῶν μεγαλυτέρων ἀδελφῶν μου. Ἤμουν τὸ πέμπτο καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειάς μου. 

Οἱ γονεῖς μου ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλοπάτριδες καὶ ἀγαποῦσαν πολὺ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐμφύτευσαν αὐτή τους τὴν ἀγάπη στὴν ἁγνὴ καρδούλα τῶν παιδιῶν τους. Ἀνεπτύχθη μέσα μου ἡ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀξιωθῶ κἄποτε νὰ ἱερωθῶ. Ἔβλεπα τὸν ἱερέα στὸν δρόμο μου καὶ ὅταν ἐκεῖνος προσπερνοῦσε στεκόμουν καὶ τὸν παρακολουθοῦσα καὶ τὸν θαύμαζα. Παρακαλοῦσα Τὸν Θεὸ νὰ φτάσω κἄποτε στὸ ὕψος αὐτὸ τῆς Ἱερωσύνης. Σκεφτόμουν ὅμως καὶ ἔλεγα: «αὐτὸς ποὺ συνάντησα τώρᾳ στὸ δρόμο μου εἶναι Θεολόγος ἱερέας. Ἐγὼ ἕνα φτωχόπαιδο, πῶς θὰ σπουδάσω καὶ πῶς θὰ ἀξιωθῶ νὰ ἔχω ἕνα Πτυχίο Θεολογίας;». Θεολογία ἔλεγα…! Μὰ ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐπιστήμη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, νὰ μιλᾷς καὶ νὰ διδάσκῃς τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ; Καὶ συζητοῦσα πάντοτε μὲ τὸν ἑαυτό μου καὶ μόνος μου ἀναλογιζόμουν τὸ μέγα βάρος τῆς Ἱερωσύνης. 

Πέρασαν τὰ χρόνια, ἀλλὰ ὁ πόθος μου γιὰ τὴν Ἱερωσύνη δὲν μὲ ἐγκατέλειπε. Ἔφθασα στὴν Ἱερὰ Μονὴ καὶ ἔμαθα πολλὰ γιὰ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Εὑρισκόμενος κἄποια μέρα στὴν μεγάλη αὐλὴ τῆς ἱερᾶς Μονῆς, σκεφτόμουν τὶς δυσκολίες τοῦ λειτουργήματος. Περισσότερο ἀναλογιζόμουν τὴν ἀναξιότητά μου γιὰ τὸ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ ἐπωμισθῶ ἕνα τέτοιο βάρος. Ἔνοιωθα, ἕνα δέος, ἕναν μεγάλο φόβο. Κάμινος, ὅμοια μὲ τὴν κάμινο τοῦ Ναβουχοδονόσορος, ἡ ὁποία δέχθηκε τοὺς τρεῖς παῖδας καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη εἶναι τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Νὰ ἀναλάβω, λοιπόν, ἕνα τέτοιο βάρος; Αὐτὸ σκεφτόμουν καὶ αὐτὸ μὲ βασάνιζε. Ἢ νὰ μὴν ἀναλάβω καὶ νὰ στρέψω τὴν προσοχή μου σὲ ἕνα ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα; Μοῦ ἐρχόταν ὅμως πάλι ἡ εἰκόνα τῶν ἱερέων ποὺ συναντοῦσα στοὺς δρόμους καὶ πόσο τοὺς θαύμαζα. Θαύμαζα τὴν μεγαλοπρέπεια καὶ τὸ Ἀγγελικὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖο τοὺς περιέβαλε. Μὲ καταλάμβανε ὁ ἱερὸς πόθος νὰ τοὺς μιμηθῶ. 

Αὐτομάτως ἐρχόταν στὴν μνήμη μου ἡ μοναδικὴ εὐχὴ τῆς γλυκιᾶς μου μανούλας. «Ἔχε τὴν εὐχή μου γιέ μου καὶ νὰ σὲ δῶ παπᾶ. Νὰ ὑπηρετῇς: τὸν Χριστό μου, τὸν Θεό μου καὶ νὰ μὲ μνημονεύῃς ὅταν θὰ πεθάνω». Μετὰ τὴν μοναδικὴ καὶ ἐπαναληπτικὴ καὶ στερεότυπη εὐχὴ τῆς μάνας μου, μοῦ ἐρχόταν στὴν σκέψη ἡ εὐχὴ τῆς μακαριστῆς γιαγιᾶς μου. Μοῦ τὴν ἔλεγαν τὰ μεγαλύτερά μου ἀδέλφια καὶ τὰ ἐπικύρωνε ἡ μανούλα μου. Μὲ κατελάμβαναν δάκρυα συγκίνησης. Μὲ σήκωνε στὴν ἀγκαλιά της, ἡ γιαγιά μου, καὶ προσπαθῶντας νὰ μὲ κοιμήσῃ, καθὼς ἤμουν βρέφος, εὐχόταν καὶ ἔλεγε: «ἔχε τὴν εὐχή μου γιέ μου καὶ νὰ φορῇς φελόνια καὶ νὰ ψάλλῃς μὲς στὶς ἐκκλησιὲς ὅπως τὰ χελιδόνια». Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα γλυκύτερα ὄνειρα, μοῦ γέμιζαν τὴν ψυχὴ καὶ ἀνέβαινα νοερὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, στὸ κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ἄκουγα νοερὰ τοὺς ἱεροὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔβλεπα πῶς τελῶ τὴν θεία καὶ ἱερὴ Λειτουργία. Ἔβλεπα τοὺς ἀγγέλους τοῦ οὐρανοῦ νὰ μὲ περικυκλώνουν στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ συλλειτουργῶ μαζί τους. Ἔπειτα, ὅμως, πρόβαλλε ἕνας ἄλλος κόσμος μέσα μου, ποὺ ἦταν ἀπειλητικὸς καὶ μοῦ ἀντιτασσόταν. Λογισμοὶ ὅπως: «τί θέλεις νὰ μπλέξῃς μὲ τοὺς παπᾶδες; Ξέρεις ὅτι: θὰ σὲ βρίζουν, θὰ σὲ φτύνουν, θὰ σὲ διασύρουν, θὰ σὲ φθονοῦν, θὰ σὲ ἀποδοκιμάζουν, θὰ σὲ ἐμπαίζουν; Δὲν ἀλλάζεις τὴν γνώμη σου, γιὰ νὰ εἶσαι ἥσυχος;». Κατόπιν ἐρχόταν καὶ πάλι ἡ πρώτη σκέψη. Ἐκείνη μοῦ φανέρωνε τὴν δόξα τοῦ ὑπουργήματος, ὄχι τοῦ ἐπαγγέλματος, καὶ τὴν ἀπέραντη εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μόνος μέσα στὴν μεγάλη αὐλὴ τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας μου, σκεπτόμουν καὶ πάλευα μὲ τὶς ἐναλλασσόμενες σκέψεις σχετικὰ μὲ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Καὶ πάντα κατέληγα στὸ ἀπέραντο καὶ ἀβάστακτο βάρος τοῦ μεγάλου καθήκοντος. Ὁλομόναχος, ὅπως σκεπτόμουν ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ ἔβλεπα πρὸς τὸ δυτικὸ μέρος τῆς μεγάλης αὐλῆς, ὦ Θεέ μου! Τί ἀντίκρυσα; Ἕνα θαῦμα ὑπερφυσικό. Ἕνα θαῦμα συγκλονιστικό, ὄχι ὄνειρο ἀλλὰ ὅραμα, τὸ ὁποῖο μοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὸν διακαῆ πόθο καὶ τὴν ὁλόψυχη ἐπιθυμία τῆς Ἱερωσύνης. Μιὰ ἀποκάλυψη τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης. Ἕνας πύρινος στῦλος, ὁ ὁποῖος ἀνέβαινε ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανὸ καὶ χανόταν στὸ ὕψος τῆς ἀπεραντωσύνης. Ἐπέτρεψε, ὁ Θεός, ὁ καρδιογνώστης, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς καὶ τὰ κρύφια τῶν ἀνθρώπων». Τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ὁ γνωρίζων τὰ βάθη τῆς καρδίας τοῦ καθ’ ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ μοῦ φανερώσῃ σὲ ποιὸ ὕψος θὰ ἀνεβαίνῃ κάθε φορὰ ἡ ταπεινὴ προσευχή, ὅταν θὰ τελῆται: ἡ θεία καὶ ἱερὰ Λειτουργία, ἡ δέησις, ἡ παράκλησις. Κάθε φορὰ ὅταν θὰ λειτουργῶ καὶ θὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ ὑπὲρ τῶν δικῶν μου ἁμαρτιῶν καὶ τῆς σωτηρίας καὶ συγχωρήσεως ὅλου τοῦ κόσμου. 

Θεέ μου: ποιός ἔχει τὴν δύναμη νὰ εἰσέρχεται – ἔλεγα – μέσα σὲ αὐτὴ τὴν κάμινο τὴν καιομένη καὶ νὰ ἐξέρχεται ἀβλαβὴς καὶ ἄθικτος; Ὦ Θεέ μου, Παναγία μου! Καλλίτερα νὰ ἀποχωρήσω καὶ ἂς μὴ ἀναλάβω μιὰ τέτοια φοβερὴ εὐθύνη καὶ τέτοιο ἀβάστακτο βάρος. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν θύελλα τῶν θετικῶν καὶ ἀρνητικῶν ἀποφάσεών μου, ἄκουσα ἀπὸ τὰ δεξιά μου ζωντανὴ καὶ γλυκύτατη καὶ ἀλησμόνητη φωνή: «ἐὰν παιδάκι μου, ἐσένα, τὸν ὁποῖο ὁ Υἱός μου διεφύλαξε ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, δὲν ἀναλάβεις νὰ τὸν ὑπηρετήσῃς, ποιός θὰ τὸν ὑπηρετήσῃ; Ὁ πόρνος ἢ ὁ μοιχός; Ὁ χαρτοπαίκτης ἢ ὁ μέθυσος; Ὁ βλάσφημος ἢ ὁ ἄπιστος;». Μόλις ἄκουσα ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, ἀμέσως ἦρθε στὴν καρδιά μου ἕνα δύσκολο ἐρώτημα: «ποιόν δρόμο νὰ ἀκολουθήσω; Τὸν δρόμο τοῦ ἔγγαμου ἢ τοῦ ἄγαμου βίου;». Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ οἰκεῖοί μου, ὅταν τοὺς ἀποκάλυπτα τὴν ἐπιθυμία μου, μὲ συμβούλευαν νὰ ἀκολουθήσω τὸν ἔγγαμο βίο. Μὲ ἤθελαν νὰ εἶμαι μὲ οἰκογένεια, μὲ σύζυγο καὶ παιδιά, μὲ σπίτια καὶ κτήματα, μὲ χωράφια καὶ μὲ κόσμο. Ἐγὼ ἀντίθετα ποθοῦσα τὴν ἀφιέρωσή μου στὸν Χριστό. Ποθοῦσα τὴν μόρφωση, γιὰ νὰ προσφέρω ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ὁλοκλήρωσή μου στὸν Θεό. Δὲν ἀπέβλεπα στὸ νὰ διχάσω τὴν ζωή μου, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσω ἕναν μόνο δρόμο. Τὸν βίο τὸν ἁγνό, τὸν καθαρό, τὸν ἀπερίσπαστο, τὸν ἄσχετο πρὸς τὰ ἐγκόσμια καὶ τὰ πρόσκαιρα τοῦ νῦν αἰῶνος. Μοῦ ἀντέτασσαν ὅμως τὴν δική τους γνώμη καὶ μοῦ τόνιζαν ὅτι πολλοὶ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν μὲ οἰκογένεια καὶ μὲ παιδιά. Καὶ ὅμως εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ καὶ ἁγίασαν. Μόλις ἄκουσα αὐτὴ τὴν γλυκύτατη φωνή, γνώριζα πέρα ὣς πέρα ὅτι δὲν ἦταν κἀμμία ἄλλη, παρὰ μόνο ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας μου. Καὶ πῆρα τὸ θάρρος νὰ ρωτήσω ταπεινὰ καὶ μὲ φόβο καὶ σεβασμὸ πρὸς τὸ Ἅγιο πρόσωπό της: «Παναγία μου, ποιόν δρόμο νὰ ἀκολουθήσω; Τὸν δρόμο τῆς Ἱερωσύνης καὶ τῆς οἰκογένειας ἢ τὸν δρόμο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεώς μου εἰς τὸν Υἱόν Σου καὶ Θεόν μου;». Καὶ ἀμέσως μοῦ ἀπάντησε καὶ πάλι ἡ Παναγία μου: «ἄνοιξε παιδάκι μου τὸ βιβλίο τοῦ Υἱοῦ μου καὶ θὰ σοῦ ὑποδείξῃ ὁ Υἱός μου ποιὸν δρόμο θὰ ἀκολουθήσῃς». Πάντοτε ἔφερα μαζί μου, στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους μου, στὴν θέση τῆς καρδιᾶς, ὡς ἀχώριστο σύντροφό μου τὴν Ἁγία Γραφή. Αὐτὴ μελετοῦσα καὶ προσευχόμουν στὸν Θεό. Γνώριζα καλὰ ὅτι, ὅση ὥρα μελετοῦσα τὴν Ἁγία Γραφή, μὲ ἐπεσκίαζε ὁ Θεός μου καὶ μὲ παρηγοροῦσε. Ἔλαβα τότε ἀπὸ τὴν τσέπη τὴν Ἁγία Γραφή. Τὴν προσκύνησα μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, γιὰ νὰ πράξω ὅ,τι θὰ μοῦ ὑποδείξῃ ὁ Θεός μου. Διετύπωσα τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ ἄνοιξα τὸ ἱερὸ βιβλίο τῶν βιβλίων. Πρόσεξα τότε ὅτι ἡ σελίδα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἦταν τὸ 14ο Κεφάλαιο τῆς Ἀποκάλυψης, τὸ ὁποῖο περιέγραφε τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν λευκὴ στολὴ ὅσων θὰ ἀκολουθοῦν τὸ Ἀρνίον: τὸν Χριστόν. «Αὐτοὶ ἀπηρνήθησαν ὁλοτελῶς τὸν κόσμον καὶ ἵνα μείνωσιν τελείως ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ Ἀρνίον δὲν ἦλθον εἰς σχέσιν πρὸς γυναῖκας». 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίον: 
«Πατρὸς Σάββα Ἀχιλλέως ΒΙΟΣ 
Ἐμπειρίες, Διδαχές, Λόγοι».


Ρεπορτάζ για την Ζωή το έργο 
και τα Θαύματα του Πατρός Σάββα Αχιλλέως

 

ΛΟΓΟΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ , ΛΟΓΟΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ π. ΣΑΒΒΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ.

" ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΟΤΑΝ ΚΙΝΔΥΝΕΟΥΝ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΙΑΣ , ΑΓΙΑΣ , ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ( ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ "......


Ετικέτες